Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012 στις 5:42 μ.μ.

Έχουν περάσει τρία χρόνια. Τρία χρόνια με τη καρδιά της κολλημένη εκεί. Πράγματι η ζωή προχωράει. Συνέβησαν πολλά. Ανέκτησε δυνάμεις. Ξανά άρχισε να ζει μια καθημερινότητα που την έχει ζήσει πολλές φορές στη ζωή της. Τη καθημερινότητα της μοναξιάς. Ήταν δύσκολα πολύ στην αρχή. Η απόφαση να φύγει δική του. Πέρασε όμως ένα διάστημα όπου κράταγε επαφή. Στον πρώτο χρόνο εκείνος ζήταγε να την βλέπει. Εκείνη έπρεπε να υποκρίνεται κάθε φορά ότι όλα είναι καλά. Όλα φιλικά. Εκείνη έλιωνε αλλά μπροστά του, όλα καλά. Στο δεύτερο χρόνο έπαψαν οι συναντήσεις. Τηλέφωνα μόνο σε γιορτές, γεννέθλια και τάχα μου τάχα μου «δεν σε άκουσα καλά εχθές και ήθελα να δω πως είσαι σήμερα». Βασανιστήριο πραγματικό όμως υπέμενε τα πάντα γιατί της έφτανε και μόνο να τον ακούει. Να ξέρει ότι τη σκέφτεται και εκείνος. Έστω φιλικά. Αυτό το πολύ φιλικά την έφαγε. Στο τρίτο χρόνο τέρμα και τα τηλέφωνα. Στην αρχή την ενόχλησε. Στεναχωρήθηκε που στη γιορτή της δεν την πήρε. Ούτε στα γεννέθλιά της. Ούτε να δει έτσι απλά τι κάνει.....
Εντωμεταξύ όμως έζησε μια συμφορά. Νόμιζε ότι θα έχανε τον κόσμο. Κρατήθηκε με νύχια και με δόντια για να στηρίξει ψυχικά όχι μόνο το άτομο που ταλαιπωρήθηκε αλλά και τους γύρω της. Εκεί συνειδητοποίησε ότι όλα είναι ένα τίποτα μπροστά στην υγεία. Παρόλο που και εκείνη είχε περάσει κάτι πολύ σοβαρό, αυτό που έζησε τώρα τη συγκλόνισε περισσότερο. Εκείνη για τη ζωή της δεν νοιαζόταν. Μόνο το αγαπημένο της πρόσωπο να είναι καλά. Αυτό και μόνο γύρισε το διακόπτη του μυαλού της. Κατάλαβε ότι δεν πρέπει να σπαταλά τη ψυχή της για κάτι που δεν αξίζει αφού δεν βρίσκεται δίπλα της. Και ο καιρός περνούσε….
Τα καλά νέα ήρθαν και επιτέλους άρχισε να χαμογελά ξανά. Ο κίνδυνος ξεπεράστηκε Έγινε πιο εξωστρεφής. Είδε τη ζωή διαφορετικά. Ακόμα και στη δουλειά της φάνηκε η διαφορά. Ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα και εκεί. Πολύ πίεση, άγχος και επιπλέον υποχρεώσεις. Ο παλιός εαυτός της ζούσε μέσα στη πίεση. Υπερωρίες για να αποδείξει ότι νοιάζεται για τη δουλειά. Αποτέλεσμα; Κανένας δεν το έβλεπε. Ήρθαν και οι πρώτες μειώσεις και υπερωρίες είχε να πληρωθεί από τις αρχές τους χρόνου. Κάτι ταχυκαρδίες. Κάτι μυρμηγκιάσματα στο κεφάλι. Ο νέος της εαυτός λοιπόν αποφάσισε ότι δεν αξίζει να αρρωστήσει για κανέναν. Αν πάθαινε κάτι μόνο η οικογένειά της θα έτρεχε. Κανένας άλλος. Συνέχισε να δουλεύει λοιπόν αλλά με πιο πεσμένους ρυθμούς.
Στη ζωή της έξω από τη δουλειά κυλούσαν όλα όμορφα. Γνώρισε νέα άτομα και έβγαινε μαζί τους χωρίς βέβαια να παραμερίσει τα δύο στηρίγματά της όλα αυτά τα χρόνια. Δύο ψυχές που τις αγαπούσε. Τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που όμως τη συμπλήρωναν. Περνούσε όμορφα. Καφεδάκια, φαγητό, συζητήσεις ατελείωτες για τα βιβλία, για τη ζωή, για τη καθημερινότητα, για τον έρωτα. Παρόλο που της έλειπε ο έρωτας......
Και το καθημερινό της πρόγραμμα κανονικά. Πρωί δουλειά. Και όπως κάθε μέρα έτσι και σήμερα. Πήγε στη δουλειά και αμέσως πριν προλάβει να αφήσει τη τσάντα της άρχισαν τα τηλέφωνα. Και οι ώρες περνούσαν και ο πανικός παρέμενε. Ξαφνικά μπαίνει η συνάδελφός της. Εκείνη που ήταν η αιτία για να γνωρίσει εκείνον. Εκείνον που είχε χάσει τα ίχνη του και ζούσε ήρεμη. Σκύβει λοιπόν στο αυτί της και της λέει: «Ξέρεις ποιος παντρεύτηκε το Σάββατο και περιμένει και μωρό;». Η καρδιά της σταμάτησε για δευτερόλεπτα. Όταν άρχισε ξανά είχε έναν ακανόνιστο ρυθμό. Με κολλημένο το βλέμμα στην οθόνη ρώτησε: «Ποιος;» «Εκείνος καλέ και μάλιστα περιμένει και μωράκι. Χάρηκα τόσο όταν το έμαθα και σκέφτηκα ότι θα το πω στο κοριτσάκι μου γιατί ξέρω ότι θα χαρεί και εκείνη». Αυτό είπε και έφυγε. Πράγματι. Τόση χαρά που ένιωσε δεν ήξερε τι να τη κάνει (ειρωνικά πάντα). «Με δουλεύει;» Σκέφτηκε. «Με σκέφτηκε να μου το πει γιατί ήξερε ότι θα χαρώ; Πόση κακία μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος;». Δυο λίμνες τα μάτια της και έπρεπε να κρυφτεί για να μην τη δει κανείς. Βούτηξε το κινητό της και βγήκε γρήγορα στη βεράντα του γραφείου. Πήρε τηλέφωνο τη μια της φίλη. Ευτυχώς απάντησε αμέσως «έλα κοριτσάκι μου». «Δεν είμαι καλά» είπε. Και της είπε τα πάντα. Οι λίμνες ξεχύλησαν. Προσπάθησε να την ηρεμήσει. Τον έβρισε και εκείνη μαζί της για συμπαράσταση. Το έκλεισαν και γύρισε στο γραφείο της. Μέχρι να φτάσει η ώρα να σχολάσει δεν είχε επαφή με το περιβάλλον. Κινήσεις μηχανικές μέχρι να πάει η ώρα να φύγει. Αυτό ήθελε μόνο. Να εξαφανιστεί. Γύρισε στο σπίτι αλλά το βάρος στη καρδιά παρέμενε.
Και οι μέρες περνούσαν. Γιατί είπαμε… η ζωή προχωράει και μας παίρνει στο διάβα της. Μας βουτάει απο τα μαλλιά και μας βάζει δοκιμασίες νέες πριν ακόμα προλάβουν να κλείσουν οι πληγές που αποκτήσαμε απο τις προηγούμενες......

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου