Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Επιτέλους ζέστη!

Έξω ο αέρας λυσσομανούσε. Τα μαλλιά μου μαστίγωναν το πρόσωπο καθώς προσπαθούσα να αποφύγω, φύλλα δέντρων και σακούλες που πέταγαν. Μπαίνω στη πολυκατοικία και ένας αναστεναγμός βγήκε απο μέσα μου που γλίτωσα απο την θεομηνία. Βάζω το κλειδί στη πόρτα και καθώς την ανοίγω μια ζέστη με αγκάλιασε. "Μωρή ξεμυαλισμένη έφυγες και άφησες αναμένο το aircondition;;;;" με έβρισα απο μέσα μου. Έτρεξα στο σαλόνι και το aircondition ήταν σβηστό. "Μέγας είσαι Κύριε. Πως έμεινε τόσο ζεστό το σπίτι απο το μεσημέρι που το είχα ανάψει για 2 ωρίτσες;". Γύρισα και κατευθύνθηκα προς την κρεββατοκάμαρα. Άπλωσα το χέρι και ακούμπησα το καλοριφερ. "Παναγία μου δεν είναι δυνατόν!!! Άναψαν τα καλοριφερ;;;;; ΓΙΟΥΠΙΙΙΙΙΙΙΙ"

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Hello December !!!

Ωπ! Καλώς τον τον Δεκέμβρηηηη! Τι έγινε μεγάλε; Τι κάνεις; Πέρασε στο σαλονάκι μου. Κάτσε στο καναπέ δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μου να νιώσεις πιο άνετα. Να σε τρατάρω κάτι; Ένα τσαγάκι με μέλι; Είναι ότι πρέπει τώρα με το κρύο που έφερες. Τον σάκο άστον κάτω καλέ μην τον κρατάς στα γόνατά σου. Πω πω πωωωω! Βαρύ τον βλέπω. Τι μου κρύβεις λοιπόν; Ελπίζω να μου έφερες πολλές πολλές ευτυχισμένες στιγμές και λίγες στεναχώριες. Σε παρακαλώ, φέρσου μου όμορφα, γαλήνια. Δεν αντέχω άλλη ταλαιπωρία. Τα αδέρφια σου, οι άλλοι μήνες ντε, με ζόρισαν αρκετά. Καλέ μου Δεκέμβρη πες μου οτι εσύ θα με αγαπάς κομματάκι παραπάνω...

Αφύπνηση φιδιού

Όσο πάει και αυξάνονται οι μέρες εκείνες που σε φέρνουν σε κατάσταση να ξυπνά το φίδι μέσα σου και θες να αρχίσεις να δαγκώνεις. Η καθημερινότητα που είναι γεμάτη απο νεύρα, κούραση, απογοήτευση είναι η αιτία. Λόγια δηλητήριο που τα γεννά το ξέσπασμα, η επανάσταση. Συνεχώς όμως το στοματάκι παραμένει κλειστό και όλα ειπώνονται μέσα απο το βλέμμα. Βλέμμα που αν πέταγε φλόγες πολλοί θα είχαν πολλαπλά εγκαύματα. Το στοματάκι λοιπόν το κρατάς κλειστό γιατί θες να κυλάνε όλα καλά. Μην κακοκαρδίσεις κανέναν, να συνεχίσει να σε πνίγει η αγάπη των γύρω σου γιατί φοβάσαι μην χάσεις κάποιον απο τη ζωή σου και δεν αντέχεις και πολύ τη μοναξιά, να είναι η συνεργασία σου ομαλή με τους άλλους, να διεκπαιρώνονται όλα σωστά και όπως πρέπει και να συνεχίζουν να λειτουργούν άψογα όπως ένα ρολόι. Και αφού έχεις εξοντωθεί απο την καθημερινή υπερπροσπάθεια να μην εκφράσεις αυτά που πραγματικά νιώθεις, επιστρέφεις στο κρεββατάκι σου και απο την υπερένταση δεν κλείνει το ρημάδι το ματάκι. Το αστείο είναι οτι αναρωτιέσαι κιόλας γιατί δεν μπορείς να κοιμηθείς. Πως να κοιμηθείς καλέ όταν έχεις φορτωθεί στη ψυχή σου όλη τη παράνοια του καθενός που σκέφτεται το μακρύ του και το κοντό του και προσπαθεί κιόλας να στο επιβάλλει και εσύ κάθεσαι απλά, υπομονετικά και τον ακούς ενώ θες να αρχίσεις να κοπανάς το κεφάλι στο τοίχο; Φαύλος κύκλος λοιπόν η ιστορία. Όσο δεν μιλάς, η συσώρρευση είναι μεγαλύτερη. Διογκώνονται τα μέσα σου και όταν θα ξεσπάσεις, την έχουν βαμμένη όλοι τους!

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Gourmet συνταγή

Στις 7/11/2013 δημοσίευσε τοβιβλίο.net αυτή την ιστοριούλα μου. Τους ευχαριστώ πολύ για τη στήριξη

Gourmet συνταγή

«Κοίτα πόσος κόσμος μαζεύτηκε. Όσο τους βλέπω αγχώνομαι περισσότερο» σκέφτηκα καθώς κοίταζα πίσω από την κουρτίνα. Τα χέρια μου ίδρωναν, η καρδιά μου χτυπούσε σε ξέφρενους ρυθμούς. Άκουγα τις φωνές τους, τα γέλια τους όλα ανάμεικτα, ακαταλαβίστικα. «Άραγε θα πάνε όλα καλά; Δεν θα αντέξω το ρεζιλίκι αν τυχόν στραβώσει κάτι» συνέχισαν οι σκέψεις να ανακατεύουν το μυαλό μου. Μόλις άκουσα τον εκφωνητή να με παρουσιάζει, πήρα βαθιά ανάσα και βγήκα στη σκηνή. Χειροκρότημα παρατεταμένο από το πλήθος και χαιρετισμός στο πλήθος από εμένα.
«Σήμερα θα σας δείξω πώς να μετατρέψουμε ένα φίδι, σε gourme δείπνο. Παίρνουμε το φίδι (κατά προτίμηση να το έχουμε πιάσει οι ίδιοι για να ζήσουμε και την εμπειρία αυτή) και του κόβουμε το κεφάλι. Το κεφάλι δεν το πετάμε! Θα το χρειαστούμε παρακάτω. Με έναν αποφλοιωτή λαχανικών του βγάζουμε το δέρμα. Δεν πετάμε ούτε το δέρμα! Παίρνουμε ένα στρογγυλό ταψί, το τοποθετούμε κουλουριαστά και το αφήνουμε στην άκρη. Σε ένα μπολ βάζουμε 2 κεσεδάκια γιαούρτι, 2 κουταλιές της σούπας μουστάρδα, χυμό από ένα λεμόνι, δυόσμο, βασιλικό, δεντρολίβανο, ρίγανη, αλάτι, πιπέρι, κόλιανδρο, λάδι και ανακατεύουμε πάρα πολύ καλά. Με το μείγμα μας, αλείφουμε το φίδι όλο καλά καλά. Βράζουμε νεράκι και διαλύουμε ένα κύβο λαχανικών. Ρίχνουμε το νερό στο ταψί και το βάζουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 200 βαθμούς για μια ώρα»
Καθώς τα εξηγούσα, έκανα ταυτόχρονα και την εκτέλεση της συνταγής. Μόλις έβαλα το ταψί στο φούρνο πλησίασα ξανά τον πάγκο.
«Με το κεφάλι που κρατήσαμε θα φτιάξουμε το πρώτο πιάτο που θα το σερβίρουμε πριν το κυρίως βέβαια. Παίρνουμε μια κατσαρόλα, τη γεμίζουμε με νερό και βάζουμε 1 κρεμμύδι ξερό, σέλινο, μαϊντανό, 2 πατάτες, 2 καρότα και το κεφάλι του φιδιού. Μόλις βράσουν, ρίχνουμε ρύζι. Μόλις βράσει και το ρύζι, κατεβάζουμε τη κατσαρόλα από τη φωτιά. Φτιάχνουμε αυγολέμονο και το ρίχνουμε μέσα ενώ ταυτόχρονα ανακατεύουμε. Το δέρμα που έχουμε κρατήσει, το δίνουμε σε ένα ειδικό που μπορεί να μας φτιάξει ότι αντικείμενο θέλουμε.»
Έκλεισα το καπάκι της κατσαρόλας και κοίταξα τον κόσμο. Χαμογέλασα και έκανα υπόκλιση. Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και με χειροκροτούσαν. Κάποιοι ήρθαν και στο καμαρίνι μου να μου μιλήσουν από κοντά και να μου ζητήσουν και τη συνταγή. Εγώ πάντα ευγενική με όλους, μοίραζα φιλιά και φωτογραφιζόμουν μαζί τους.
Μια κοπελίτσα, γύρω στα 16 μου έπιασε το χέρι και μου είπε: «Σας θαυμάζω για τη δημιουργικότητά σας. Για το πώς φαντάζεστε μια συνταγή και αμέσως την υλοποιείτε. Για το πώς καταφέρνετε να μεταμορφώνετε κάτι κακό σε καλό». Την κοίταξα στα μάτια και με ένα χαμόγελο γεμάτο ειλικρίνεια της απάντησα: «Η ζωή είναι ένα συνεχές περπάτημα σε ένα δύσκολο μονοπάτι, συντροφιά με ανθρώπους που έρχονται και φεύγουν από δίπλα σου. Άνθρωποι που προσέχουν μόλις σκοντάψεις να σε βουτήξουν από το χέρι για να μην πέσεις και άνθρωποι που περιμένουν πως και πως τη στιγμή που θα σκοντάψεις για να σου δώσουν και επιπλέον ώθηση να χτυπήσεις ακόμα περισσότερο. Έτσι λοιπόν πρέπει να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε και να «μαγειρεύουμε» τις σχέσεις μας, ώστε να μην αφήνουμε κανέναν να πονάει την ψυχή μας, να καταπατεί την υπόληψή μας, να υπονομεύει την πορεία μας και το μέλλον μας. Γι' αυτό και η συγκεκριμένη συνταγή είναι τόσο... "gourmet"!

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Ταραγμένη ψυχή

Στις 31/10/2013 στο www.korifogrammi.gr , δημοσιεύτηκε αυτή η ιστοριούλα μου. Τους ευχαριστώ πολύ για την στήριξη!

ΤΑΡΑΓΜΕΝΗ ΨΥΧΗ



Πετάχτηκε έντρομη από το κρεβάτι της. Η ανάσα της γρήγορη και κοφτή. Ο ιδρώτας κυλούσε από το πρόσωπό της στο στήθος της. Πάλι το ίδιο όνειρο. Τον τελευταίο καιρό έβλεπε το ίδιο όνειρο συχνά. Το είχε συζητήσει με μια φίλη της και της είχε προτείνει να επισκεφθεί ψυχολόγο. Ίσως να την βοηθούσε εκείνος να καταλάβει κάποια πράγματα.
Πήρε το τηλέφωνο από τη φίλη και έκλεισε ραντεβού. Δύο μέρες μετά βρέθηκε ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο του ψυχολόγου και του ανέλυε αυτά που έβλεπε στον ύπνο της. Εκείνος την άκουγε με ιδιαίτερη προσοχή και αρκετά προβληματισμένος. «Βρίσκω αυτή την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι πάρα πολύ πολύπλοκη και φοβάμαι ότι δεν θα μπορούσα να σου προσφέρω τη βοήθειά μου στηριζόμενος μόνο στις δικές μου γνώσεις. Γνωρίζω κάποιον που πιστεύω ότι είναι ο πιο κατάλληλος για να μας βοηθήσει. Είναι υπνωτιστής και βοηθάει τους ανθρώπους να ταξιδέψουν σε περασμένες τους ζωές και να βρουν τους λόγους για τους οποίους αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην τωρινή τους ζωή. Ίσως λοιπόν να βγάλουμε κάποια άκρη και σε αυτό. Ίσως. Θα ήθελες να μιλήσουμε μαζί του;» της είπε. Σκέφτηκε αρκετά και είπε «Ναι, αν υπάρχει περίπτωση να δοθεί μια εξήγηση για όλο αυτό. Δεν έχω κάτι να χάσω. Εξάλλου πάντα ήμουν περίεργη στο θέμα αν υπάρχει προηγούμενη ζωή και από ότι φαίνεται ήρθε η στιγμή να το βιώσω».
Έτσι έγινε λοιπόν και μια εβδομάδα μετά συναντήθηκαν οι τρεις τους στο γραφείο του ψυχολόγου. Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια, πήρε βαθιές ανάσες και έτσι απλά άρχισε να νιώθει ένα περίεργο γαργάλημα στο στομάχι και μια αιώρηση. Κάτι σαν να μην είχε επαφή με το περιβάλλον, σαν να απομακρυνόταν από το σώμα της και να πέταγε ανάλαφρη μέσα σε σκοτάδι.
Ξαφνικά ένα δυνατό τράνταγμα την τρόμαξε. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της. «Μα που βρίσκομαι;». Ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεββάτι με κουρτίνες λευκές αραχνούφαντες που ξεκινήσουν από το ταβάνι στο κέντρο του κρεβατιού και έπεφταν γύρω γύρω από αυτό καλύπτοντάς το όλο. Ήταν ολόγυμνη, σκεπασμένη με ένα λευκό σεντόνι, αφήνοντας ακάλυπτο το ένα της πόδι. Έμεινε καθιστή και προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Το κεφάλι της την πονούσε.
Βήματα ακούστηκαν στο ξύλινο πάτωμα και εκείνη τράβηξε το σεντόνι μέχρι το σαγόνι της από τον φόβο. Ένα χέρι μυώδες παραμέρισε ένα κομμάτι κουρτίνας και εμφανίστηκε μπροστά της ένας άντρας. Ήταν ψηλός, με μαλλιά που έφταναν στους ώμους του γεμάτα μαύρες μπούκλες. Μάτια καστανά και δέρμα σοκολατένιο. Σώμα που μαρτυρούσε ότι είναι δουλεμένο αρκετά από κάποιο είδος γυμναστικής. Ήθελε να φωνάξει όμως φωνή δεν έβγαινε. Την πλησίασε και έσυρε την πίσω μεριά της παλάμης του στο μάγουλό της και από εκεί στο λαιμό, στο μπράτσο μέχρι την δική της παλάμη. Πήρε το χέρι της, το έφερε στο στόμα του και άρχισε να της φιλάει ένα ένα τα δάχτυλα.Ανατρίχιασε και ένιωσε στο κέντρο της ύπαρξής της να ξυπνάει το πάθος. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωσε ότι τον αγαπάει. Ότι είναι ο άνθρωπός της. Ότι όλο αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό γιατί είναι ο άντρας της. Αφέθηκε λοιπόν να κυριαρχήσει στο σώμα της.
Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του και εκείνος σιγά σιγά σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήρε από την τσέπη του σακακιού του το μενταγιόν. Μια χρυσή αλυσίδα από την οποία κρεμόταν μια καρδιά από ρουμπίνι. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο για να την ξυπνήσει και της το έδειξε. Το πήρε στα χέρια της και τον ρώτησε «Τι είναι αυτό;». «Σου ανήκει αγάπη μου. Δεν σου θυμίζει τίποτα;». «Όχι» του απάντησε. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο σαλόνι. Την έβαλε να σταθεί κάτω από το μεγάλο πορτραίτο πάνω από το τζάκι. Αποσβολωμένη έμεινε να χαζεύει την γυναικεία φιγούρα που απεικονιζόταν στον πίνακα. Στον κύκνειο λαιμό της ξεχώριζε το μενταγιόν. «Μα αυτή είμαι εγώ» του είπε ξέπνοα. «Η αλήθεια είναι ότι μοιάζετε πάρα πολύ. Θα μπορούσα να πω σαν δίδυμες όμως όχι. Δεν είσαι εσύ. Είναι η προ-γιαγιά σου η Διηρείνια». «Δεν ξέρω τίποτα για εκείνη» του είπε. «Μην ανησυχείς αγάπη μου. Όλα θα τα μάθεις. Έλα να καθίσουμε και θα σου διηγηθώ μια ιστορία».
«Πριν από πάρα πολλά χρόνια λοιπόν ζούσε η προγιαγιά σου εδώ κοντά. Υπάρχουν ακόμα ερείπια του σπιτιού της. Όλοι όμως στο χωριό τη φοβόντουσαν γιατί έλεγαν ότι είναι μάγισσα. Μπορούσε με τα μαγικά βοτάνια της να λύνει και να δένει καρδιές. Πολλοί ήταν αυτοί που ζήταγαν τη βοήθειά της. Με πολύ φόβο πλησίαζαν το σπίτι της που βρισκόταν κοντά στη λίμνη γιατί κατά ένα περίεργο τρόπο πάντα ήταν τυλιγμένο με μια ανεξήγητη ομίχλη όμως η ελπίδα για να έχουν κοντά τους το αγαπημένο τους πρόσωπο ή σε άλλες περιπτώσεις για να απαλλαγούν από αυτό ήταν τόσο έντονη που τους έδινε δύναμη και διάβαιναν το κατώφλι της. Έτσι λοιπόν και ένα παλικάρι της χτύπησε τη πόρτα και της ζήτησε να του δώσει κάτι για να δώσει στην αγαπημένη του. Τον έστελνε ο Βασιλιάς σε μια μάχη και φοβόταν ότι η καλή του θα τον ξεχνούσε. Η Διηρείνια λυπήθηκε τα νιάτα του, ένιωσε τον καημό του και άρχισε να συγκεντρώνει βοτάνια για να φτιάξει ένα μίγμα. Άνοιξε ένα σεντούκι που είχε καταχωνιασμένο στο σπίτι. Έβγαλε το μενταγιόν που κρατάς εσύ τώρα και κρατώντας το από την αλυσίδα το βούτηξε στο υγρό. Ψιθύρισε λόγια σε ακαταλαβίστικη γλώσσα και του είπε «Κάντο δώρο στην αγαπημένη σου. Πες της ότι όταν θα γυρίσεις με το καλό από τη μάχη θα τη παντρευτείς και με αυτό το μενταγιόν της δίνεις το λόγο σου».
Με μια αβεβαιότητα για όλα αυτά καβάλησε το άλογο του και πήγε να συναντήσει την αγαπημένη του. «Εκλεκτή της καρδιάς μου και μοναδικό μου όνειρο σου προσφέρω το μενταγιόν αυτό ως υπόσχεση ότι όταν θα γυρίσω από τη μάχη θα σε παντρευτώ». «Φοβάμαι πολύ για σένα εκεί που θα είσαι» του είπε. «Όχι δεσποσύνη μου. Μη φοβάσαι. Θα γυρίσω ο κόσμος να χαλάσει. Εμάς ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να μας χωρίσει». Συγκινημένη το φόρεσε στο λαιμό της και προσπάθησε με το φιλί της να του δείξει όλη την απεραντοσύνη της ύπαρξης της. Ευτυχισμένος καβάλησε το άλογό του και σαν τον άνεμο έτρεξε να βρει τους συντρόφους του.
Οι μήνες περνούσαν και η κοπέλα δεν είχε κανένα νέο από τον αγαπημένο της. Τα ίχνη του άφαντα. Όλα ήταν μάταια όμως περίμενε καρτερικά. Χάιδευε την καρδιά και νόμιζε ότι ήταν μαζί της.
Η μοίρα που πάντα αδυσώπητα δίνει τα χτυπήματά της είχε σχεδιάσει άλλη πλοκή για τη ζωή του ζευγαριού. Κάποια μέρα ένας από τους συντρόφους του παλικαριού, της χτύπησε τη πόρτα. Του άνοιξε και λίγα δευτερόλεπτα χρειάστηκε για να καταλάβει ότι η παρουσία του εκεί δεν ήταν για καλό. Δεν πρόλαβε να της πει ότι το παλικάρι έπεσε ηρωικά στη μάχη. Ένα βουητό ένιωσε στο κεφάλι της, όλα γύρω σκοτείνιασαν και λιποθύμησε. Όταν συνήλθε ένα κενό είχε στη μνήμη της. Ο μαντατοφόρος όμως που τη βοήθησε να συνέλθει της μίλησε για την ανδρεία και την γενναιότητα που έδειξε ο καλός της. Έκλαψε πάρα πολύ. Σπάραξε η ψυχή της.
Ζητούσε απεγνωσμένα να τον δει. Δεν μπορεί. Κάπου θα βρίσκεται ο τάφος του. Ήταν η γυναίκα του ψυχή τε και σώματι. «Επιβάλλεται να πάω κοντά του» ούρλιαζε. Τη λυπήθηκε ο άνθρωπος και την πήρε μαζί του. Ντυμένη στα μαύρα ήταν αμίλητη σε όλη τη διαδρομή και τα δάκρυα μούσκευαν τα ρούχα της μέχρι βαθιά μέσα την ψυχή της. Έφτασαν στον τάφο. Του ζήτησε να την αφήσει μόνη. Έκατσε στο χώμα και άφησε τα δάκρυά της να το ποτίσουν. Άρχισε να του μιλάει. Να του λέει τα όνειρα που έκανε για κείνους όλο αυτό τον καιρό που έλειπε. Παραμιλούσε. Μια μικρή λάμψη άρχισε να βγαίνει από την κόκκινη καρδιά που κρεμόταν στο λαιμό της. Όσο παραμιλούσε εκείνη, τόσο δυνάμωνε το φως που έβγαζε η καρδιά. Όλο και πιο έντονο, όλο και πιο εκτυφλωτικό. Μια ακτίνα κόκκινη έφυγε από το κέντρο του μενταγιόν και τρύπησε το χώμα. Ένα χέρι ξεπρόβαλε από τον τάφο και την πήρε μαζί του στο χάος.
«Μόλις ακούσεις το σφύριγμά μου θα ξυπνήσεις. Με το ένα, με το δύο, με το τρία φρρρρρρρ». Ξύπνησε πανικοβλημένη, μούσκεμα στον ιδρώτα και τα δάκρυα. «Τι έγινε;» ρωτούσε τον ψυχολόγο και τον υπνωτιστή που την παρακολουθούσαν έντρομοι. «Θυμάσαι τι είδες;», «Όχι. Νιώθω όμως θλίψη, πανικό, τρόμο. Γιατί είμαι μούσκεμα; Έκλαιγα;». «Ναι καλή μου. Σου έχω ετοιμάσει ένα τσάι να πιεις να ηρεμήσεις. Έχουμε καταγράψει όλα όσα έλεγες και θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει». Της είπαν τα πάντα και η μόνη εξήγηση που μπορούσαν να δώσουν εκείνη τη στιγμή ήταν ότι κάποια σχέση πρέπει να έχει εκείνη με εκείνο το ζευγάρι που η μοίρα τους χώρισε έτσι άδικα και το πνεύμα του νεαρού ίσως πλανιέται ακόμα για να βρει την αγαπημένη του...

Πετάχτηκε έντρομη από το κρεβάτι της. Η ανάσα της γρήγορη και κοφτή. Ο ιδρώτας κυλούσε από το πρόσωπό της στο στήθος της. Πάλι το ίδιο όνειρο. Τον τελευταίο καιρό έβλεπε το ίδιο όνειρο συχνά. Το είχε συζητήσει με μια φίλη της και της είχε προτείνει να επισκεφθεί ψυχολόγο. Ίσως να την βοηθούσε εκείνος να καταλάβει κάποια πράγματα.
Πήρε το τηλέφωνο από τη φίλη και έκλεισε ραντεβού. Δύο μέρες μετά βρέθηκε ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο του ψυχολόγου και του ανέλυε αυτά που έβλεπε στον ύπνο της. Εκείνος την άκουγε με ιδιαίτερη προσοχή και αρκετά προβληματισμένος. «Βρίσκω αυτή την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι πάρα πολύ πολύπλοκη και φοβάμαι ότι δεν θα μπορούσα να σου προσφέρω τη βοήθειά μου στηριζόμενος μόνο στις δικές μου γνώσεις. Γνωρίζω κάποιον που πιστεύω ότι είναι ο πιο κατάλληλος για να μας βοηθήσει. Είναι υπνωτιστής και βοηθάει τους ανθρώπους να ταξιδέψουν σε περασμένες τους ζωές και να βρουν τους λόγους για τους οποίους αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην τωρινή τους ζωή. Ίσως λοιπόν να βγάλουμε κάποια άκρη και σε αυτό. Ίσως. Θα ήθελες να μιλήσουμε μαζί του;» της είπε. Σκέφτηκε αρκετά και είπε «Ναι, αν υπάρχει περίπτωση να δοθεί μια εξήγηση για όλο αυτό. Δεν έχω κάτι να χάσω. Εξάλλου πάντα ήμουν περίεργη στο θέμα αν υπάρχει προηγούμενη ζωή και από ότι φαίνεται ήρθε η στιγμή να το βιώσω».
Έτσι έγινε λοιπόν και μια εβδομάδα μετά συναντήθηκαν οι τρεις τους στο γραφείο του ψυχολόγου. Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια, πήρε βαθιές ανάσες και έτσι απλά άρχισε να νιώθει ένα περίεργο γαργάλημα στο στομάχι και μια αιώρηση. Κάτι σαν να μην είχε επαφή με το περιβάλλον, σαν να απομακρυνόταν από το σώμα της και να πέταγε ανάλαφρη μέσα σε σκοτάδι.
Ξαφνικά ένα δυνατό τράνταγμα την τρόμαξε. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της. «Μα που βρίσκομαι;». Ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεββάτι με κουρτίνες λευκές αραχνούφαντες που ξεκινήσουν από το ταβάνι στο κέντρο του κρεβατιού και έπεφταν γύρω γύρω από αυτό καλύπτοντάς το όλο. Ήταν ολόγυμνη, σκεπασμένη με ένα λευκό σεντόνι, αφήνοντας ακάλυπτο το ένα της πόδι. Έμεινε καθιστή και προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Το κεφάλι της την πονούσε.
Βήματα ακούστηκαν στο ξύλινο πάτωμα και εκείνη τράβηξε το σεντόνι μέχρι το σαγόνι της από τον φόβο. Ένα χέρι μυώδες παραμέρισε ένα κομμάτι κουρτίνας και εμφανίστηκε μπροστά της ένας άντρας. Ήταν ψηλός, με μαλλιά που έφταναν στους ώμους του γεμάτα μαύρες μπούκλες. Μάτια καστανά και δέρμα σοκολατένιο. Σώμα που μαρτυρούσε ότι είναι δουλεμένο αρκετά από κάποιο είδος γυμναστικής. Ήθελε να φωνάξει όμως φωνή δεν έβγαινε. Την πλησίασε και έσυρε την πίσω μεριά της παλάμης του στο μάγουλό της και από εκεί στο λαιμό, στο μπράτσο μέχρι την δική της παλάμη. Πήρε το χέρι της, το έφερε στο στόμα του και άρχισε να της φιλάει ένα ένα τα δάχτυλα.Ανατρίχιασε και ένιωσε στο κέντρο της ύπαρξής της να ξυπνάει το πάθος. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωσε ότι τον αγαπάει. Ότι είναι ο άνθρωπός της. Ότι όλο αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό γιατί είναι ο άντρας της. Αφέθηκε λοιπόν να κυριαρχήσει στο σώμα της.
Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του και εκείνος σιγά σιγά σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήρε από την τσέπη του σακακιού του το μενταγιόν. Μια χρυσή αλυσίδα από την οποία κρεμόταν μια καρδιά από ρουμπίνι. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο για να την ξυπνήσει και της το έδειξε. Το πήρε στα χέρια της και τον ρώτησε «Τι είναι αυτό;». «Σου ανήκει αγάπη μου. Δεν σου θυμίζει τίποτα;». «Όχι» του απάντησε. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο σαλόνι. Την έβαλε να σταθεί κάτω από το μεγάλο πορτραίτο πάνω από το τζάκι. Αποσβολωμένη έμεινε να χαζεύει την γυναικεία φιγούρα που απεικονιζόταν στον πίνακα. Στον κύκνειο λαιμό της ξεχώριζε το μενταγιόν. «Μα αυτή είμαι εγώ» του είπε ξέπνοα. «Η αλήθεια είναι ότι μοιάζετε πάρα πολύ. Θα μπορούσα να πω σαν δίδυμες όμως όχι. Δεν είσαι εσύ. Είναι η προ-γιαγιά σου η Διηρείνια». «Δεν ξέρω τίποτα για εκείνη» του είπε. «Μην ανησυχείς αγάπη μου. Όλα θα τα μάθεις. Έλα να καθίσουμε και θα σου διηγηθώ μια ιστορία».
«Πριν από πάρα πολλά χρόνια λοιπόν ζούσε η προγιαγιά σου εδώ κοντά. Υπάρχουν ακόμα ερείπια του σπιτιού της. Όλοι όμως στο χωριό τη φοβόντουσαν γιατί έλεγαν ότι είναι μάγισσα. Μπορούσε με τα μαγικά βοτάνια της να λύνει και να δένει καρδιές. Πολλοί ήταν αυτοί που ζήταγαν τη βοήθειά της. Με πολύ φόβο πλησίαζαν το σπίτι της που βρισκόταν κοντά στη λίμνη γιατί κατά ένα περίεργο τρόπο πάντα ήταν τυλιγμένο με μια ανεξήγητη ομίχλη όμως η ελπίδα για να έχουν κοντά τους το αγαπημένο τους πρόσωπο ή σε άλλες περιπτώσεις για να απαλλαγούν από αυτό ήταν τόσο έντονη που τους έδινε δύναμη και διάβαιναν το κατώφλι της. Έτσι λοιπόν και ένα παλικάρι της χτύπησε τη πόρτα και της ζήτησε να του δώσει κάτι για να δώσει στην αγαπημένη του. Τον έστελνε ο Βασιλιάς σε μια μάχη και φοβόταν ότι η καλή του θα τον ξεχνούσε. Η Διηρείνια λυπήθηκε τα νιάτα του, ένιωσε τον καημό του και άρχισε να συγκεντρώνει βοτάνια για να φτιάξει ένα μίγμα. Άνοιξε ένα σεντούκι που είχε καταχωνιασμένο στο σπίτι. Έβγαλε το μενταγιόν που κρατάς εσύ τώρα και κρατώντας το από την αλυσίδα το βούτηξε στο υγρό. Ψιθύρισε λόγια σε ακαταλαβίστικη γλώσσα και του είπε «Κάντο δώρο στην αγαπημένη σου. Πες της ότι όταν θα γυρίσεις με το καλό από τη μάχη θα τη παντρευτείς και με αυτό το μενταγιόν της δίνεις το λόγο σου».
Με μια αβεβαιότητα για όλα αυτά καβάλησε το άλογο του και πήγε να συναντήσει την αγαπημένη του. «Εκλεκτή της καρδιάς μου και μοναδικό μου όνειρο σου προσφέρω το μενταγιόν αυτό ως υπόσχεση ότι όταν θα γυρίσω από τη μάχη θα σε παντρευτώ». «Φοβάμαι πολύ για σένα εκεί που θα είσαι» του είπε. «Όχι δεσποσύνη μου. Μη φοβάσαι. Θα γυρίσω ο κόσμος να χαλάσει. Εμάς ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να μας χωρίσει». Συγκινημένη το φόρεσε στο λαιμό της και προσπάθησε με το φιλί της να του δείξει όλη την απεραντοσύνη της ύπαρξης της. Ευτυχισμένος καβάλησε το άλογό του και σαν τον άνεμο έτρεξε να βρει τους συντρόφους του.
Οι μήνες περνούσαν και η κοπέλα δεν είχε κανένα νέο από τον αγαπημένο της. Τα ίχνη του άφαντα. Όλα ήταν μάταια όμως περίμενε καρτερικά. Χάιδευε την καρδιά και νόμιζε ότι ήταν μαζί της.
Η μοίρα που πάντα αδυσώπητα δίνει τα χτυπήματά της είχε σχεδιάσει άλλη πλοκή για τη ζωή του ζευγαριού. Κάποια μέρα ένας από τους συντρόφους του παλικαριού, της χτύπησε τη πόρτα. Του άνοιξε και λίγα δευτερόλεπτα χρειάστηκε για να καταλάβει ότι η παρουσία του εκεί δεν ήταν για καλό. Δεν πρόλαβε να της πει ότι το παλικάρι έπεσε ηρωικά στη μάχη. Ένα βουητό ένιωσε στο κεφάλι της, όλα γύρω σκοτείνιασαν και λιποθύμησε. Όταν συνήλθε ένα κενό είχε στη μνήμη της. Ο μαντατοφόρος όμως που τη βοήθησε να συνέλθει της μίλησε για την ανδρεία και την γενναιότητα που έδειξε ο καλός της. Έκλαψε πάρα πολύ. Σπάραξε η ψυχή της.
Ζητούσε απεγνωσμένα να τον δει. Δεν μπορεί. Κάπου θα βρίσκεται ο τάφος του. Ήταν η γυναίκα του ψυχή τε και σώματι. «Επιβάλλεται να πάω κοντά του» ούρλιαζε. Τη λυπήθηκε ο άνθρωπος και την πήρε μαζί του. Ντυμένη στα μαύρα ήταν αμίλητη σε όλη τη διαδρομή και τα δάκρυα μούσκευαν τα ρούχα της μέχρι βαθιά μέσα την ψυχή της. Έφτασαν στον τάφο. Του ζήτησε να την αφήσει μόνη. Έκατσε στο χώμα και άφησε τα δάκρυά της να το ποτίσουν. Άρχισε να του μιλάει. Να του λέει τα όνειρα που έκανε για κείνους όλο αυτό τον καιρό που έλειπε. Παραμιλούσε. Μια μικρή λάμψη άρχισε να βγαίνει από την κόκκινη καρδιά που κρεμόταν στο λαιμό της. Όσο παραμιλούσε εκείνη, τόσο δυνάμωνε το φως που έβγαζε η καρδιά. Όλο και πιο έντονο, όλο και πιο εκτυφλωτικό. Μια ακτίνα κόκκινη έφυγε από το κέντρο του μενταγιόν και τρύπησε το χώμα. Ένα χέρι ξεπρόβαλε από τον τάφο και την πήρε μαζί του στο χάος.
«Μόλις ακούσεις το σφύριγμά μου θα ξυπνήσεις. Με το ένα, με το δύο, με το τρία φρρρρρρρ». Ξύπνησε πανικοβλημένη, μούσκεμα στον ιδρώτα και τα δάκρυα. «Τι έγινε;» ρωτούσε τον ψυχολόγο και τον υπνωτιστή που την παρακολουθούσαν έντρομοι. «Θυμάσαι τι είδες;», «Όχι. Νιώθω όμως θλίψη, πανικό, τρόμο. Γιατί είμαι μούσκεμα; Έκλαιγα;». «Ναι καλή μου. Σου έχω ετοιμάσει ένα τσάι να πιεις να ηρεμήσεις. Έχουμε καταγράψει όλα όσα έλεγες και θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει». Της είπαν τα πάντα και η μόνη εξήγηση που μπορούσαν να δώσουν εκείνη τη στιγμή ήταν ότι κάποια σχέση πρέπει να έχει εκείνη με εκείνο το ζευγάρι που η μοίρα τους χώρισε έτσι άδικα και το πνεύμα του νεαρού ίσως πλανιέται ακόμα για να βρει την αγαπημένη του……..
- See more at: http://www.korifogrami.gr/prosopika-keimena/ioannaportokahitaragmenipsixi/#sthash.VtZdLijS.dpuf
Πετάχτηκε έντρομη από το κρεβάτι της. Η ανάσα της γρήγορη και κοφτή. Ο ιδρώτας κυλούσε από το πρόσωπό της στο στήθος της. Πάλι το ίδιο όνειρο. Τον τελευταίο καιρό έβλεπε το ίδιο όνειρο συχνά. Το είχε συζητήσει με μια φίλη της και της είχε προτείνει να επισκεφθεί ψυχολόγο. Ίσως να την βοηθούσε εκείνος να καταλάβει κάποια πράγματα.
Πήρε το τηλέφωνο από τη φίλη και έκλεισε ραντεβού. Δύο μέρες μετά βρέθηκε ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο του ψυχολόγου και του ανέλυε αυτά που έβλεπε στον ύπνο της. Εκείνος την άκουγε με ιδιαίτερη προσοχή και αρκετά προβληματισμένος. «Βρίσκω αυτή την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι πάρα πολύ πολύπλοκη και φοβάμαι ότι δεν θα μπορούσα να σου προσφέρω τη βοήθειά μου στηριζόμενος μόνο στις δικές μου γνώσεις. Γνωρίζω κάποιον που πιστεύω ότι είναι ο πιο κατάλληλος για να μας βοηθήσει. Είναι υπνωτιστής και βοηθάει τους ανθρώπους να ταξιδέψουν σε περασμένες τους ζωές και να βρουν τους λόγους για τους οποίους αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην τωρινή τους ζωή. Ίσως λοιπόν να βγάλουμε κάποια άκρη και σε αυτό. Ίσως. Θα ήθελες να μιλήσουμε μαζί του;» της είπε. Σκέφτηκε αρκετά και είπε «Ναι, αν υπάρχει περίπτωση να δοθεί μια εξήγηση για όλο αυτό. Δεν έχω κάτι να χάσω. Εξάλλου πάντα ήμουν περίεργη στο θέμα αν υπάρχει προηγούμενη ζωή και από ότι φαίνεται ήρθε η στιγμή να το βιώσω».
Έτσι έγινε λοιπόν και μια εβδομάδα μετά συναντήθηκαν οι τρεις τους στο γραφείο του ψυχολόγου. Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια, πήρε βαθιές ανάσες και έτσι απλά άρχισε να νιώθει ένα περίεργο γαργάλημα στο στομάχι και μια αιώρηση. Κάτι σαν να μην είχε επαφή με το περιβάλλον, σαν να απομακρυνόταν από το σώμα της και να πέταγε ανάλαφρη μέσα σε σκοτάδι.
Ξαφνικά ένα δυνατό τράνταγμα την τρόμαξε. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της. «Μα που βρίσκομαι;». Ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεββάτι με κουρτίνες λευκές αραχνούφαντες που ξεκινήσουν από το ταβάνι στο κέντρο του κρεβατιού και έπεφταν γύρω γύρω από αυτό καλύπτοντάς το όλο. Ήταν ολόγυμνη, σκεπασμένη με ένα λευκό σεντόνι, αφήνοντας ακάλυπτο το ένα της πόδι. Έμεινε καθιστή και προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Το κεφάλι της την πονούσε.
Βήματα ακούστηκαν στο ξύλινο πάτωμα και εκείνη τράβηξε το σεντόνι μέχρι το σαγόνι της από τον φόβο. Ένα χέρι μυώδες παραμέρισε ένα κομμάτι κουρτίνας και εμφανίστηκε μπροστά της ένας άντρας. Ήταν ψηλός, με μαλλιά που έφταναν στους ώμους του γεμάτα μαύρες μπούκλες. Μάτια καστανά και δέρμα σοκολατένιο. Σώμα που μαρτυρούσε ότι είναι δουλεμένο αρκετά από κάποιο είδος γυμναστικής. Ήθελε να φωνάξει όμως φωνή δεν έβγαινε. Την πλησίασε και έσυρε την πίσω μεριά της παλάμης του στο μάγουλό της και από εκεί στο λαιμό, στο μπράτσο μέχρι την δική της παλάμη. Πήρε το χέρι της, το έφερε στο στόμα του και άρχισε να της φιλάει ένα ένα τα δάχτυλα.Ανατρίχιασε και ένιωσε στο κέντρο της ύπαρξής της να ξυπνάει το πάθος. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωσε ότι τον αγαπάει. Ότι είναι ο άνθρωπός της. Ότι όλο αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό γιατί είναι ο άντρας της. Αφέθηκε λοιπόν να κυριαρχήσει στο σώμα της.
Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του και εκείνος σιγά σιγά σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήρε από την τσέπη του σακακιού του το μενταγιόν. Μια χρυσή αλυσίδα από την οποία κρεμόταν μια καρδιά από ρουμπίνι. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο για να την ξυπνήσει και της το έδειξε. Το πήρε στα χέρια της και τον ρώτησε «Τι είναι αυτό;». «Σου ανήκει αγάπη μου. Δεν σου θυμίζει τίποτα;». «Όχι» του απάντησε. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο σαλόνι. Την έβαλε να σταθεί κάτω από το μεγάλο πορτραίτο πάνω από το τζάκι. Αποσβολωμένη έμεινε να χαζεύει την γυναικεία φιγούρα που απεικονιζόταν στον πίνακα. Στον κύκνειο λαιμό της ξεχώριζε το μενταγιόν. «Μα αυτή είμαι εγώ» του είπε ξέπνοα. «Η αλήθεια είναι ότι μοιάζετε πάρα πολύ. Θα μπορούσα να πω σαν δίδυμες όμως όχι. Δεν είσαι εσύ. Είναι η προ-γιαγιά σου η Διηρείνια». «Δεν ξέρω τίποτα για εκείνη» του είπε. «Μην ανησυχείς αγάπη μου. Όλα θα τα μάθεις. Έλα να καθίσουμε και θα σου διηγηθώ μια ιστορία».
«Πριν από πάρα πολλά χρόνια λοιπόν ζούσε η προγιαγιά σου εδώ κοντά. Υπάρχουν ακόμα ερείπια του σπιτιού της. Όλοι όμως στο χωριό τη φοβόντουσαν γιατί έλεγαν ότι είναι μάγισσα. Μπορούσε με τα μαγικά βοτάνια της να λύνει και να δένει καρδιές. Πολλοί ήταν αυτοί που ζήταγαν τη βοήθειά της. Με πολύ φόβο πλησίαζαν το σπίτι της που βρισκόταν κοντά στη λίμνη γιατί κατά ένα περίεργο τρόπο πάντα ήταν τυλιγμένο με μια ανεξήγητη ομίχλη όμως η ελπίδα για να έχουν κοντά τους το αγαπημένο τους πρόσωπο ή σε άλλες περιπτώσεις για να απαλλαγούν από αυτό ήταν τόσο έντονη που τους έδινε δύναμη και διάβαιναν το κατώφλι της. Έτσι λοιπόν και ένα παλικάρι της χτύπησε τη πόρτα και της ζήτησε να του δώσει κάτι για να δώσει στην αγαπημένη του. Τον έστελνε ο Βασιλιάς σε μια μάχη και φοβόταν ότι η καλή του θα τον ξεχνούσε. Η Διηρείνια λυπήθηκε τα νιάτα του, ένιωσε τον καημό του και άρχισε να συγκεντρώνει βοτάνια για να φτιάξει ένα μίγμα. Άνοιξε ένα σεντούκι που είχε καταχωνιασμένο στο σπίτι. Έβγαλε το μενταγιόν που κρατάς εσύ τώρα και κρατώντας το από την αλυσίδα το βούτηξε στο υγρό. Ψιθύρισε λόγια σε ακαταλαβίστικη γλώσσα και του είπε «Κάντο δώρο στην αγαπημένη σου. Πες της ότι όταν θα γυρίσεις με το καλό από τη μάχη θα τη παντρευτείς και με αυτό το μενταγιόν της δίνεις το λόγο σου».
Με μια αβεβαιότητα για όλα αυτά καβάλησε το άλογο του και πήγε να συναντήσει την αγαπημένη του. «Εκλεκτή της καρδιάς μου και μοναδικό μου όνειρο σου προσφέρω το μενταγιόν αυτό ως υπόσχεση ότι όταν θα γυρίσω από τη μάχη θα σε παντρευτώ». «Φοβάμαι πολύ για σένα εκεί που θα είσαι» του είπε. «Όχι δεσποσύνη μου. Μη φοβάσαι. Θα γυρίσω ο κόσμος να χαλάσει. Εμάς ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να μας χωρίσει». Συγκινημένη το φόρεσε στο λαιμό της και προσπάθησε με το φιλί της να του δείξει όλη την απεραντοσύνη της ύπαρξης της. Ευτυχισμένος καβάλησε το άλογό του και σαν τον άνεμο έτρεξε να βρει τους συντρόφους του.
Οι μήνες περνούσαν και η κοπέλα δεν είχε κανένα νέο από τον αγαπημένο της. Τα ίχνη του άφαντα. Όλα ήταν μάταια όμως περίμενε καρτερικά. Χάιδευε την καρδιά και νόμιζε ότι ήταν μαζί της.
Η μοίρα που πάντα αδυσώπητα δίνει τα χτυπήματά της είχε σχεδιάσει άλλη πλοκή για τη ζωή του ζευγαριού. Κάποια μέρα ένας από τους συντρόφους του παλικαριού, της χτύπησε τη πόρτα. Του άνοιξε και λίγα δευτερόλεπτα χρειάστηκε για να καταλάβει ότι η παρουσία του εκεί δεν ήταν για καλό. Δεν πρόλαβε να της πει ότι το παλικάρι έπεσε ηρωικά στη μάχη. Ένα βουητό ένιωσε στο κεφάλι της, όλα γύρω σκοτείνιασαν και λιποθύμησε. Όταν συνήλθε ένα κενό είχε στη μνήμη της. Ο μαντατοφόρος όμως που τη βοήθησε να συνέλθει της μίλησε για την ανδρεία και την γενναιότητα που έδειξε ο καλός της. Έκλαψε πάρα πολύ. Σπάραξε η ψυχή της.
Ζητούσε απεγνωσμένα να τον δει. Δεν μπορεί. Κάπου θα βρίσκεται ο τάφος του. Ήταν η γυναίκα του ψυχή τε και σώματι. «Επιβάλλεται να πάω κοντά του» ούρλιαζε. Τη λυπήθηκε ο άνθρωπος και την πήρε μαζί του. Ντυμένη στα μαύρα ήταν αμίλητη σε όλη τη διαδρομή και τα δάκρυα μούσκευαν τα ρούχα της μέχρι βαθιά μέσα την ψυχή της. Έφτασαν στον τάφο. Του ζήτησε να την αφήσει μόνη. Έκατσε στο χώμα και άφησε τα δάκρυά της να το ποτίσουν. Άρχισε να του μιλάει. Να του λέει τα όνειρα που έκανε για κείνους όλο αυτό τον καιρό που έλειπε. Παραμιλούσε. Μια μικρή λάμψη άρχισε να βγαίνει από την κόκκινη καρδιά που κρεμόταν στο λαιμό της. Όσο παραμιλούσε εκείνη, τόσο δυνάμωνε το φως που έβγαζε η καρδιά. Όλο και πιο έντονο, όλο και πιο εκτυφλωτικό. Μια ακτίνα κόκκινη έφυγε από το κέντρο του μενταγιόν και τρύπησε το χώμα. Ένα χέρι ξεπρόβαλε από τον τάφο και την πήρε μαζί του στο χάος.
«Μόλις ακούσεις το σφύριγμά μου θα ξυπνήσεις. Με το ένα, με το δύο, με το τρία φρρρρρρρ». Ξύπνησε πανικοβλημένη, μούσκεμα στον ιδρώτα και τα δάκρυα. «Τι έγινε;» ρωτούσε τον ψυχολόγο και τον υπνωτιστή που την παρακολουθούσαν έντρομοι. «Θυμάσαι τι είδες;», «Όχι. Νιώθω όμως θλίψη, πανικό, τρόμο. Γιατί είμαι μούσκεμα; Έκλαιγα;». «Ναι καλή μου. Σου έχω ετοιμάσει ένα τσάι να πιεις να ηρεμήσεις. Έχουμε καταγράψει όλα όσα έλεγες και θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει». Της είπαν τα πάντα και η μόνη εξήγηση που μπορούσαν να δώσουν εκείνη τη στιγμή ήταν ότι κάποια σχέση πρέπει να έχει εκείνη με εκείνο το ζευγάρι που η μοίρα τους χώρισε έτσι άδικα και το πνεύμα του νεαρού ίσως πλανιέται ακόμα για να βρει την αγαπημένη του……..
- See more at: http://www.korifogrami.gr/prosopika-keimena/ioannaportokahitaragmenipsixi/#sthash.VtZdLijS.dpuf
Πετάχτηκε έντρομη από το κρεβάτι της. Η ανάσα της γρήγορη και κοφτή. Ο ιδρώτας κυλούσε από το πρόσωπό της στο στήθος της. Πάλι το ίδιο όνειρο. Τον τελευταίο καιρό έβλεπε το ίδιο όνειρο συχνά. Το είχε συζητήσει με μια φίλη της και της είχε προτείνει να επισκεφθεί ψυχολόγο. Ίσως να την βοηθούσε εκείνος να καταλάβει κάποια πράγματα.
Πήρε το τηλέφωνο από τη φίλη και έκλεισε ραντεβού. Δύο μέρες μετά βρέθηκε ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο του ψυχολόγου και του ανέλυε αυτά που έβλεπε στον ύπνο της. Εκείνος την άκουγε με ιδιαίτερη προσοχή και αρκετά προβληματισμένος. «Βρίσκω αυτή την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι πάρα πολύ πολύπλοκη και φοβάμαι ότι δεν θα μπορούσα να σου προσφέρω τη βοήθειά μου στηριζόμενος μόνο στις δικές μου γνώσεις. Γνωρίζω κάποιον που πιστεύω ότι είναι ο πιο κατάλληλος για να μας βοηθήσει. Είναι υπνωτιστής και βοηθάει τους ανθρώπους να ταξιδέψουν σε περασμένες τους ζωές και να βρουν τους λόγους για τους οποίους αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην τωρινή τους ζωή. Ίσως λοιπόν να βγάλουμε κάποια άκρη και σε αυτό. Ίσως. Θα ήθελες να μιλήσουμε μαζί του;» της είπε. Σκέφτηκε αρκετά και είπε «Ναι, αν υπάρχει περίπτωση να δοθεί μια εξήγηση για όλο αυτό. Δεν έχω κάτι να χάσω. Εξάλλου πάντα ήμουν περίεργη στο θέμα αν υπάρχει προηγούμενη ζωή και από ότι φαίνεται ήρθε η στιγμή να το βιώσω».
Έτσι έγινε λοιπόν και μια εβδομάδα μετά συναντήθηκαν οι τρεις τους στο γραφείο του ψυχολόγου. Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια, πήρε βαθιές ανάσες και έτσι απλά άρχισε να νιώθει ένα περίεργο γαργάλημα στο στομάχι και μια αιώρηση. Κάτι σαν να μην είχε επαφή με το περιβάλλον, σαν να απομακρυνόταν από το σώμα της και να πέταγε ανάλαφρη μέσα σε σκοτάδι.
Ξαφνικά ένα δυνατό τράνταγμα την τρόμαξε. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της. «Μα που βρίσκομαι;». Ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεββάτι με κουρτίνες λευκές αραχνούφαντες που ξεκινήσουν από το ταβάνι στο κέντρο του κρεβατιού και έπεφταν γύρω γύρω από αυτό καλύπτοντάς το όλο. Ήταν ολόγυμνη, σκεπασμένη με ένα λευκό σεντόνι, αφήνοντας ακάλυπτο το ένα της πόδι. Έμεινε καθιστή και προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Το κεφάλι της την πονούσε.
Βήματα ακούστηκαν στο ξύλινο πάτωμα και εκείνη τράβηξε το σεντόνι μέχρι το σαγόνι της από τον φόβο. Ένα χέρι μυώδες παραμέρισε ένα κομμάτι κουρτίνας και εμφανίστηκε μπροστά της ένας άντρας. Ήταν ψηλός, με μαλλιά που έφταναν στους ώμους του γεμάτα μαύρες μπούκλες. Μάτια καστανά και δέρμα σοκολατένιο. Σώμα που μαρτυρούσε ότι είναι δουλεμένο αρκετά από κάποιο είδος γυμναστικής. Ήθελε να φωνάξει όμως φωνή δεν έβγαινε. Την πλησίασε και έσυρε την πίσω μεριά της παλάμης του στο μάγουλό της και από εκεί στο λαιμό, στο μπράτσο μέχρι την δική της παλάμη. Πήρε το χέρι της, το έφερε στο στόμα του και άρχισε να της φιλάει ένα ένα τα δάχτυλα.Ανατρίχιασε και ένιωσε στο κέντρο της ύπαρξής της να ξυπνάει το πάθος. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωσε ότι τον αγαπάει. Ότι είναι ο άνθρωπός της. Ότι όλο αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό γιατί είναι ο άντρας της. Αφέθηκε λοιπόν να κυριαρχήσει στο σώμα της.
Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του και εκείνος σιγά σιγά σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήρε από την τσέπη του σακακιού του το μενταγιόν. Μια χρυσή αλυσίδα από την οποία κρεμόταν μια καρδιά από ρουμπίνι. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο για να την ξυπνήσει και της το έδειξε. Το πήρε στα χέρια της και τον ρώτησε «Τι είναι αυτό;». «Σου ανήκει αγάπη μου. Δεν σου θυμίζει τίποτα;». «Όχι» του απάντησε. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο σαλόνι. Την έβαλε να σταθεί κάτω από το μεγάλο πορτραίτο πάνω από το τζάκι. Αποσβολωμένη έμεινε να χαζεύει την γυναικεία φιγούρα που απεικονιζόταν στον πίνακα. Στον κύκνειο λαιμό της ξεχώριζε το μενταγιόν. «Μα αυτή είμαι εγώ» του είπε ξέπνοα. «Η αλήθεια είναι ότι μοιάζετε πάρα πολύ. Θα μπορούσα να πω σαν δίδυμες όμως όχι. Δεν είσαι εσύ. Είναι η προ-γιαγιά σου η Διηρείνια». «Δεν ξέρω τίποτα για εκείνη» του είπε. «Μην ανησυχείς αγάπη μου. Όλα θα τα μάθεις. Έλα να καθίσουμε και θα σου διηγηθώ μια ιστορία».
«Πριν από πάρα πολλά χρόνια λοιπόν ζούσε η προγιαγιά σου εδώ κοντά. Υπάρχουν ακόμα ερείπια του σπιτιού της. Όλοι όμως στο χωριό τη φοβόντουσαν γιατί έλεγαν ότι είναι μάγισσα. Μπορούσε με τα μαγικά βοτάνια της να λύνει και να δένει καρδιές. Πολλοί ήταν αυτοί που ζήταγαν τη βοήθειά της. Με πολύ φόβο πλησίαζαν το σπίτι της που βρισκόταν κοντά στη λίμνη γιατί κατά ένα περίεργο τρόπο πάντα ήταν τυλιγμένο με μια ανεξήγητη ομίχλη όμως η ελπίδα για να έχουν κοντά τους το αγαπημένο τους πρόσωπο ή σε άλλες περιπτώσεις για να απαλλαγούν από αυτό ήταν τόσο έντονη που τους έδινε δύναμη και διάβαιναν το κατώφλι της. Έτσι λοιπόν και ένα παλικάρι της χτύπησε τη πόρτα και της ζήτησε να του δώσει κάτι για να δώσει στην αγαπημένη του. Τον έστελνε ο Βασιλιάς σε μια μάχη και φοβόταν ότι η καλή του θα τον ξεχνούσε. Η Διηρείνια λυπήθηκε τα νιάτα του, ένιωσε τον καημό του και άρχισε να συγκεντρώνει βοτάνια για να φτιάξει ένα μίγμα. Άνοιξε ένα σεντούκι που είχε καταχωνιασμένο στο σπίτι. Έβγαλε το μενταγιόν που κρατάς εσύ τώρα και κρατώντας το από την αλυσίδα το βούτηξε στο υγρό. Ψιθύρισε λόγια σε ακαταλαβίστικη γλώσσα και του είπε «Κάντο δώρο στην αγαπημένη σου. Πες της ότι όταν θα γυρίσεις με το καλό από τη μάχη θα τη παντρευτείς και με αυτό το μενταγιόν της δίνεις το λόγο σου».
Με μια αβεβαιότητα για όλα αυτά καβάλησε το άλογο του και πήγε να συναντήσει την αγαπημένη του. «Εκλεκτή της καρδιάς μου και μοναδικό μου όνειρο σου προσφέρω το μενταγιόν αυτό ως υπόσχεση ότι όταν θα γυρίσω από τη μάχη θα σε παντρευτώ». «Φοβάμαι πολύ για σένα εκεί που θα είσαι» του είπε. «Όχι δεσποσύνη μου. Μη φοβάσαι. Θα γυρίσω ο κόσμος να χαλάσει. Εμάς ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να μας χωρίσει». Συγκινημένη το φόρεσε στο λαιμό της και προσπάθησε με το φιλί της να του δείξει όλη την απεραντοσύνη της ύπαρξης της. Ευτυχισμένος καβάλησε το άλογό του και σαν τον άνεμο έτρεξε να βρει τους συντρόφους του.
Οι μήνες περνούσαν και η κοπέλα δεν είχε κανένα νέο από τον αγαπημένο της. Τα ίχνη του άφαντα. Όλα ήταν μάταια όμως περίμενε καρτερικά. Χάιδευε την καρδιά και νόμιζε ότι ήταν μαζί της.
Η μοίρα που πάντα αδυσώπητα δίνει τα χτυπήματά της είχε σχεδιάσει άλλη πλοκή για τη ζωή του ζευγαριού. Κάποια μέρα ένας από τους συντρόφους του παλικαριού, της χτύπησε τη πόρτα. Του άνοιξε και λίγα δευτερόλεπτα χρειάστηκε για να καταλάβει ότι η παρουσία του εκεί δεν ήταν για καλό. Δεν πρόλαβε να της πει ότι το παλικάρι έπεσε ηρωικά στη μάχη. Ένα βουητό ένιωσε στο κεφάλι της, όλα γύρω σκοτείνιασαν και λιποθύμησε. Όταν συνήλθε ένα κενό είχε στη μνήμη της. Ο μαντατοφόρος όμως που τη βοήθησε να συνέλθει της μίλησε για την ανδρεία και την γενναιότητα που έδειξε ο καλός της. Έκλαψε πάρα πολύ. Σπάραξε η ψυχή της.
Ζητούσε απεγνωσμένα να τον δει. Δεν μπορεί. Κάπου θα βρίσκεται ο τάφος του. Ήταν η γυναίκα του ψυχή τε και σώματι. «Επιβάλλεται να πάω κοντά του» ούρλιαζε. Τη λυπήθηκε ο άνθρωπος και την πήρε μαζί του. Ντυμένη στα μαύρα ήταν αμίλητη σε όλη τη διαδρομή και τα δάκρυα μούσκευαν τα ρούχα της μέχρι βαθιά μέσα την ψυχή της. Έφτασαν στον τάφο. Του ζήτησε να την αφήσει μόνη. Έκατσε στο χώμα και άφησε τα δάκρυά της να το ποτίσουν. Άρχισε να του μιλάει. Να του λέει τα όνειρα που έκανε για κείνους όλο αυτό τον καιρό που έλειπε. Παραμιλούσε. Μια μικρή λάμψη άρχισε να βγαίνει από την κόκκινη καρδιά που κρεμόταν στο λαιμό της. Όσο παραμιλούσε εκείνη, τόσο δυνάμωνε το φως που έβγαζε η καρδιά. Όλο και πιο έντονο, όλο και πιο εκτυφλωτικό. Μια ακτίνα κόκκινη έφυγε από το κέντρο του μενταγιόν και τρύπησε το χώμα. Ένα χέρι ξεπρόβαλε από τον τάφο και την πήρε μαζί του στο χάος.
«Μόλις ακούσεις το σφύριγμά μου θα ξυπνήσεις. Με το ένα, με το δύο, με το τρία φρρρρρρρ». Ξύπνησε πανικοβλημένη, μούσκεμα στον ιδρώτα και τα δάκρυα. «Τι έγινε;» ρωτούσε τον ψυχολόγο και τον υπνωτιστή που την παρακολουθούσαν έντρομοι. «Θυμάσαι τι είδες;», «Όχι. Νιώθω όμως θλίψη, πανικό, τρόμο. Γιατί είμαι μούσκεμα; Έκλαιγα;». «Ναι καλή μου. Σου έχω ετοιμάσει ένα τσάι να πιεις να ηρεμήσεις. Έχουμε καταγράψει όλα όσα έλεγες και θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει». Της είπαν τα πάντα και η μόνη εξήγηση που μπορούσαν να δώσουν εκείνη τη στιγμή ήταν ότι κάποια σχέση πρέπει να έχει εκείνη με εκείνο το ζευγάρι που η μοίρα τους χώρισε έτσι άδικα και το πνεύμα του νεαρού ίσως πλανιέται ακόμα για να βρει την αγαπημένη του……..
- See more at: http://www.korifogrami.gr/prosopika-keimena/ioannaportokahitaragmenipsixi/#sthash.VtZdLijS.dpuf
Πετάχτηκε έντρομη από το κρεβάτι της. Η ανάσα της γρήγορη και κοφτή. Ο ιδρώτας κυλούσε από το πρόσωπό της στο στήθος της. Πάλι το ίδιο όνειρο. Τον τελευταίο καιρό έβλεπε το ίδιο όνειρο συχνά. Το είχε συζητήσει με μια φίλη της και της είχε προτείνει να επισκεφθεί ψυχολόγο. Ίσως να την βοηθούσε εκείνος να καταλάβει κάποια πράγματα.
Πήρε το τηλέφωνο από τη φίλη και έκλεισε ραντεβού. Δύο μέρες μετά βρέθηκε ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο του ψυχολόγου και του ανέλυε αυτά που έβλεπε στον ύπνο της. Εκείνος την άκουγε με ιδιαίτερη προσοχή και αρκετά προβληματισμένος. «Βρίσκω αυτή την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι πάρα πολύ πολύπλοκη και φοβάμαι ότι δεν θα μπορούσα να σου προσφέρω τη βοήθειά μου στηριζόμενος μόνο στις δικές μου γνώσεις. Γνωρίζω κάποιον που πιστεύω ότι είναι ο πιο κατάλληλος για να μας βοηθήσει. Είναι υπνωτιστής και βοηθάει τους ανθρώπους να ταξιδέψουν σε περασμένες τους ζωές και να βρουν τους λόγους για τους οποίους αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην τωρινή τους ζωή. Ίσως λοιπόν να βγάλουμε κάποια άκρη και σε αυτό. Ίσως. Θα ήθελες να μιλήσουμε μαζί του;» της είπε. Σκέφτηκε αρκετά και είπε «Ναι, αν υπάρχει περίπτωση να δοθεί μια εξήγηση για όλο αυτό. Δεν έχω κάτι να χάσω. Εξάλλου πάντα ήμουν περίεργη στο θέμα αν υπάρχει προηγούμενη ζωή και από ότι φαίνεται ήρθε η στιγμή να το βιώσω».
Έτσι έγινε λοιπόν και μια εβδομάδα μετά συναντήθηκαν οι τρεις τους στο γραφείο του ψυχολόγου. Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια, πήρε βαθιές ανάσες και έτσι απλά άρχισε να νιώθει ένα περίεργο γαργάλημα στο στομάχι και μια αιώρηση. Κάτι σαν να μην είχε επαφή με το περιβάλλον, σαν να απομακρυνόταν από το σώμα της και να πέταγε ανάλαφρη μέσα σε σκοτάδι.
Ξαφνικά ένα δυνατό τράνταγμα την τρόμαξε. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της. «Μα που βρίσκομαι;». Ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεββάτι με κουρτίνες λευκές αραχνούφαντες που ξεκινήσουν από το ταβάνι στο κέντρο του κρεβατιού και έπεφταν γύρω γύρω από αυτό καλύπτοντάς το όλο. Ήταν ολόγυμνη, σκεπασμένη με ένα λευκό σεντόνι, αφήνοντας ακάλυπτο το ένα της πόδι. Έμεινε καθιστή και προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Το κεφάλι της την πονούσε.
Βήματα ακούστηκαν στο ξύλινο πάτωμα και εκείνη τράβηξε το σεντόνι μέχρι το σαγόνι της από τον φόβο. Ένα χέρι μυώδες παραμέρισε ένα κομμάτι κουρτίνας και εμφανίστηκε μπροστά της ένας άντρας. Ήταν ψηλός, με μαλλιά που έφταναν στους ώμους του γεμάτα μαύρες μπούκλες. Μάτια καστανά και δέρμα σοκολατένιο. Σώμα που μαρτυρούσε ότι είναι δουλεμένο αρκετά από κάποιο είδος γυμναστικής. Ήθελε να φωνάξει όμως φωνή δεν έβγαινε. Την πλησίασε και έσυρε την πίσω μεριά της παλάμης του στο μάγουλό της και από εκεί στο λαιμό, στο μπράτσο μέχρι την δική της παλάμη. Πήρε το χέρι της, το έφερε στο στόμα του και άρχισε να της φιλάει ένα ένα τα δάχτυλα.Ανατρίχιασε και ένιωσε στο κέντρο της ύπαρξής της να ξυπνάει το πάθος. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωσε ότι τον αγαπάει. Ότι είναι ο άνθρωπός της. Ότι όλο αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό γιατί είναι ο άντρας της. Αφέθηκε λοιπόν να κυριαρχήσει στο σώμα της.
Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του και εκείνος σιγά σιγά σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήρε από την τσέπη του σακακιού του το μενταγιόν. Μια χρυσή αλυσίδα από την οποία κρεμόταν μια καρδιά από ρουμπίνι. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο για να την ξυπνήσει και της το έδειξε. Το πήρε στα χέρια της και τον ρώτησε «Τι είναι αυτό;». «Σου ανήκει αγάπη μου. Δεν σου θυμίζει τίποτα;». «Όχι» του απάντησε. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο σαλόνι. Την έβαλε να σταθεί κάτω από το μεγάλο πορτραίτο πάνω από το τζάκι. Αποσβολωμένη έμεινε να χαζεύει την γυναικεία φιγούρα που απεικονιζόταν στον πίνακα. Στον κύκνειο λαιμό της ξεχώριζε το μενταγιόν. «Μα αυτή είμαι εγώ» του είπε ξέπνοα. «Η αλήθεια είναι ότι μοιάζετε πάρα πολύ. Θα μπορούσα να πω σαν δίδυμες όμως όχι. Δεν είσαι εσύ. Είναι η προ-γιαγιά σου η Διηρείνια». «Δεν ξέρω τίποτα για εκείνη» του είπε. «Μην ανησυχείς αγάπη μου. Όλα θα τα μάθεις. Έλα να καθίσουμε και θα σου διηγηθώ μια ιστορία».
«Πριν από πάρα πολλά χρόνια λοιπόν ζούσε η προγιαγιά σου εδώ κοντά. Υπάρχουν ακόμα ερείπια του σπιτιού της. Όλοι όμως στο χωριό τη φοβόντουσαν γιατί έλεγαν ότι είναι μάγισσα. Μπορούσε με τα μαγικά βοτάνια της να λύνει και να δένει καρδιές. Πολλοί ήταν αυτοί που ζήταγαν τη βοήθειά της. Με πολύ φόβο πλησίαζαν το σπίτι της που βρισκόταν κοντά στη λίμνη γιατί κατά ένα περίεργο τρόπο πάντα ήταν τυλιγμένο με μια ανεξήγητη ομίχλη όμως η ελπίδα για να έχουν κοντά τους το αγαπημένο τους πρόσωπο ή σε άλλες περιπτώσεις για να απαλλαγούν από αυτό ήταν τόσο έντονη που τους έδινε δύναμη και διάβαιναν το κατώφλι της. Έτσι λοιπόν και ένα παλικάρι της χτύπησε τη πόρτα και της ζήτησε να του δώσει κάτι για να δώσει στην αγαπημένη του. Τον έστελνε ο Βασιλιάς σε μια μάχη και φοβόταν ότι η καλή του θα τον ξεχνούσε. Η Διηρείνια λυπήθηκε τα νιάτα του, ένιωσε τον καημό του και άρχισε να συγκεντρώνει βοτάνια για να φτιάξει ένα μίγμα. Άνοιξε ένα σεντούκι που είχε καταχωνιασμένο στο σπίτι. Έβγαλε το μενταγιόν που κρατάς εσύ τώρα και κρατώντας το από την αλυσίδα το βούτηξε στο υγρό. Ψιθύρισε λόγια σε ακαταλαβίστικη γλώσσα και του είπε «Κάντο δώρο στην αγαπημένη σου. Πες της ότι όταν θα γυρίσεις με το καλό από τη μάχη θα τη παντρευτείς και με αυτό το μενταγιόν της δίνεις το λόγο σου».
Με μια αβεβαιότητα για όλα αυτά καβάλησε το άλογο του και πήγε να συναντήσει την αγαπημένη του. «Εκλεκτή της καρδιάς μου και μοναδικό μου όνειρο σου προσφέρω το μενταγιόν αυτό ως υπόσχεση ότι όταν θα γυρίσω από τη μάχη θα σε παντρευτώ». «Φοβάμαι πολύ για σένα εκεί που θα είσαι» του είπε. «Όχι δεσποσύνη μου. Μη φοβάσαι. Θα γυρίσω ο κόσμος να χαλάσει. Εμάς ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να μας χωρίσει». Συγκινημένη το φόρεσε στο λαιμό της και προσπάθησε με το φιλί της να του δείξει όλη την απεραντοσύνη της ύπαρξης της. Ευτυχισμένος καβάλησε το άλογό του και σαν τον άνεμο έτρεξε να βρει τους συντρόφους του.
Οι μήνες περνούσαν και η κοπέλα δεν είχε κανένα νέο από τον αγαπημένο της. Τα ίχνη του άφαντα. Όλα ήταν μάταια όμως περίμενε καρτερικά. Χάιδευε την καρδιά και νόμιζε ότι ήταν μαζί της.
Η μοίρα που πάντα αδυσώπητα δίνει τα χτυπήματά της είχε σχεδιάσει άλλη πλοκή για τη ζωή του ζευγαριού. Κάποια μέρα ένας από τους συντρόφους του παλικαριού, της χτύπησε τη πόρτα. Του άνοιξε και λίγα δευτερόλεπτα χρειάστηκε για να καταλάβει ότι η παρουσία του εκεί δεν ήταν για καλό. Δεν πρόλαβε να της πει ότι το παλικάρι έπεσε ηρωικά στη μάχη. Ένα βουητό ένιωσε στο κεφάλι της, όλα γύρω σκοτείνιασαν και λιποθύμησε. Όταν συνήλθε ένα κενό είχε στη μνήμη της. Ο μαντατοφόρος όμως που τη βοήθησε να συνέλθει της μίλησε για την ανδρεία και την γενναιότητα που έδειξε ο καλός της. Έκλαψε πάρα πολύ. Σπάραξε η ψυχή της.
Ζητούσε απεγνωσμένα να τον δει. Δεν μπορεί. Κάπου θα βρίσκεται ο τάφος του. Ήταν η γυναίκα του ψυχή τε και σώματι. «Επιβάλλεται να πάω κοντά του» ούρλιαζε. Τη λυπήθηκε ο άνθρωπος και την πήρε μαζί του. Ντυμένη στα μαύρα ήταν αμίλητη σε όλη τη διαδρομή και τα δάκρυα μούσκευαν τα ρούχα της μέχρι βαθιά μέσα την ψυχή της. Έφτασαν στον τάφο. Του ζήτησε να την αφήσει μόνη. Έκατσε στο χώμα και άφησε τα δάκρυά της να το ποτίσουν. Άρχισε να του μιλάει. Να του λέει τα όνειρα που έκανε για κείνους όλο αυτό τον καιρό που έλειπε. Παραμιλούσε. Μια μικρή λάμψη άρχισε να βγαίνει από την κόκκινη καρδιά που κρεμόταν στο λαιμό της. Όσο παραμιλούσε εκείνη, τόσο δυνάμωνε το φως που έβγαζε η καρδιά. Όλο και πιο έντονο, όλο και πιο εκτυφλωτικό. Μια ακτίνα κόκκινη έφυγε από το κέντρο του μενταγιόν και τρύπησε το χώμα. Ένα χέρι ξεπρόβαλε από τον τάφο και την πήρε μαζί του στο χάος.
«Μόλις ακούσεις το σφύριγμά μου θα ξυπνήσεις. Με το ένα, με το δύο, με το τρία φρρρρρρρ». Ξύπνησε πανικοβλημένη, μούσκεμα στον ιδρώτα και τα δάκρυα. «Τι έγινε;» ρωτούσε τον ψυχολόγο και τον υπνωτιστή που την παρακολουθούσαν έντρομοι. «Θυμάσαι τι είδες;», «Όχι. Νιώθω όμως θλίψη, πανικό, τρόμο. Γιατί είμαι μούσκεμα; Έκλαιγα;». «Ναι καλή μου. Σου έχω ετοιμάσει ένα τσάι να πιεις να ηρεμήσεις. Έχουμε καταγράψει όλα όσα έλεγες και θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει». Της είπαν τα πάντα και η μόνη εξήγηση που μπορούσαν να δώσουν εκείνη τη στιγμή ήταν ότι κάποια σχέση πρέπει να έχει εκείνη με εκείνο το ζευγάρι που η μοίρα τους χώρισε έτσι άδικα και το πνεύμα του νεαρού ίσως πλανιέται ακόμα για να βρει την αγαπημένη του……..
- See more at: http://www.korifogrami.gr/prosopika-keimena/ioannaportokahitaragmenipsixi/#sthash.VtZdLijS.dpuf
Πετάχτηκε έντρομη από το κρεβάτι της. Η ανάσα της γρήγορη και κοφτή. Ο ιδρώτας κυλούσε από το πρόσωπό της στο στήθος της. Πάλι το ίδιο όνειρο. Τον τελευταίο καιρό έβλεπε το ίδιο όνειρο συχνά. Το είχε συζητήσει με μια φίλη της και της είχε προτείνει να επισκεφθεί ψυχολόγο. Ίσως να την βοηθούσε εκείνος να καταλάβει κάποια πράγματα.
Πήρε το τηλέφωνο από τη φίλη και έκλεισε ραντεβού. Δύο μέρες μετά βρέθηκε ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο του ψυχολόγου και του ανέλυε αυτά που έβλεπε στον ύπνο της. Εκείνος την άκουγε με ιδιαίτερη προσοχή και αρκετά προβληματισμένος. «Βρίσκω αυτή την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι πάρα πολύ πολύπλοκη και φοβάμαι ότι δεν θα μπορούσα να σου προσφέρω τη βοήθειά μου στηριζόμενος μόνο στις δικές μου γνώσεις. Γνωρίζω κάποιον που πιστεύω ότι είναι ο πιο κατάλληλος για να μας βοηθήσει. Είναι υπνωτιστής και βοηθάει τους ανθρώπους να ταξιδέψουν σε περασμένες τους ζωές και να βρουν τους λόγους για τους οποίους αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην τωρινή τους ζωή. Ίσως λοιπόν να βγάλουμε κάποια άκρη και σε αυτό. Ίσως. Θα ήθελες να μιλήσουμε μαζί του;» της είπε. Σκέφτηκε αρκετά και είπε «Ναι, αν υπάρχει περίπτωση να δοθεί μια εξήγηση για όλο αυτό. Δεν έχω κάτι να χάσω. Εξάλλου πάντα ήμουν περίεργη στο θέμα αν υπάρχει προηγούμενη ζωή και από ότι φαίνεται ήρθε η στιγμή να το βιώσω».
Έτσι έγινε λοιπόν και μια εβδομάδα μετά συναντήθηκαν οι τρεις τους στο γραφείο του ψυχολόγου. Ξάπλωσε, έκλεισε τα μάτια, πήρε βαθιές ανάσες και έτσι απλά άρχισε να νιώθει ένα περίεργο γαργάλημα στο στομάχι και μια αιώρηση. Κάτι σαν να μην είχε επαφή με το περιβάλλον, σαν να απομακρυνόταν από το σώμα της και να πέταγε ανάλαφρη μέσα σε σκοτάδι.
Ξαφνικά ένα δυνατό τράνταγμα την τρόμαξε. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της. «Μα που βρίσκομαι;». Ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεββάτι με κουρτίνες λευκές αραχνούφαντες που ξεκινήσουν από το ταβάνι στο κέντρο του κρεβατιού και έπεφταν γύρω γύρω από αυτό καλύπτοντάς το όλο. Ήταν ολόγυμνη, σκεπασμένη με ένα λευκό σεντόνι, αφήνοντας ακάλυπτο το ένα της πόδι. Έμεινε καθιστή και προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Το κεφάλι της την πονούσε.
Βήματα ακούστηκαν στο ξύλινο πάτωμα και εκείνη τράβηξε το σεντόνι μέχρι το σαγόνι της από τον φόβο. Ένα χέρι μυώδες παραμέρισε ένα κομμάτι κουρτίνας και εμφανίστηκε μπροστά της ένας άντρας. Ήταν ψηλός, με μαλλιά που έφταναν στους ώμους του γεμάτα μαύρες μπούκλες. Μάτια καστανά και δέρμα σοκολατένιο. Σώμα που μαρτυρούσε ότι είναι δουλεμένο αρκετά από κάποιο είδος γυμναστικής. Ήθελε να φωνάξει όμως φωνή δεν έβγαινε. Την πλησίασε και έσυρε την πίσω μεριά της παλάμης του στο μάγουλό της και από εκεί στο λαιμό, στο μπράτσο μέχρι την δική της παλάμη. Πήρε το χέρι της, το έφερε στο στόμα του και άρχισε να της φιλάει ένα ένα τα δάχτυλα.Ανατρίχιασε και ένιωσε στο κέντρο της ύπαρξής της να ξυπνάει το πάθος. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωσε ότι τον αγαπάει. Ότι είναι ο άνθρωπός της. Ότι όλο αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό γιατί είναι ο άντρας της. Αφέθηκε λοιπόν να κυριαρχήσει στο σώμα της.
Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του και εκείνος σιγά σιγά σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήρε από την τσέπη του σακακιού του το μενταγιόν. Μια χρυσή αλυσίδα από την οποία κρεμόταν μια καρδιά από ρουμπίνι. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο για να την ξυπνήσει και της το έδειξε. Το πήρε στα χέρια της και τον ρώτησε «Τι είναι αυτό;». «Σου ανήκει αγάπη μου. Δεν σου θυμίζει τίποτα;». «Όχι» του απάντησε. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο σαλόνι. Την έβαλε να σταθεί κάτω από το μεγάλο πορτραίτο πάνω από το τζάκι. Αποσβολωμένη έμεινε να χαζεύει την γυναικεία φιγούρα που απεικονιζόταν στον πίνακα. Στον κύκνειο λαιμό της ξεχώριζε το μενταγιόν. «Μα αυτή είμαι εγώ» του είπε ξέπνοα. «Η αλήθεια είναι ότι μοιάζετε πάρα πολύ. Θα μπορούσα να πω σαν δίδυμες όμως όχι. Δεν είσαι εσύ. Είναι η προ-γιαγιά σου η Διηρείνια». «Δεν ξέρω τίποτα για εκείνη» του είπε. «Μην ανησυχείς αγάπη μου. Όλα θα τα μάθεις. Έλα να καθίσουμε και θα σου διηγηθώ μια ιστορία».
«Πριν από πάρα πολλά χρόνια λοιπόν ζούσε η προγιαγιά σου εδώ κοντά. Υπάρχουν ακόμα ερείπια του σπιτιού της. Όλοι όμως στο χωριό τη φοβόντουσαν γιατί έλεγαν ότι είναι μάγισσα. Μπορούσε με τα μαγικά βοτάνια της να λύνει και να δένει καρδιές. Πολλοί ήταν αυτοί που ζήταγαν τη βοήθειά της. Με πολύ φόβο πλησίαζαν το σπίτι της που βρισκόταν κοντά στη λίμνη γιατί κατά ένα περίεργο τρόπο πάντα ήταν τυλιγμένο με μια ανεξήγητη ομίχλη όμως η ελπίδα για να έχουν κοντά τους το αγαπημένο τους πρόσωπο ή σε άλλες περιπτώσεις για να απαλλαγούν από αυτό ήταν τόσο έντονη που τους έδινε δύναμη και διάβαιναν το κατώφλι της. Έτσι λοιπόν και ένα παλικάρι της χτύπησε τη πόρτα και της ζήτησε να του δώσει κάτι για να δώσει στην αγαπημένη του. Τον έστελνε ο Βασιλιάς σε μια μάχη και φοβόταν ότι η καλή του θα τον ξεχνούσε. Η Διηρείνια λυπήθηκε τα νιάτα του, ένιωσε τον καημό του και άρχισε να συγκεντρώνει βοτάνια για να φτιάξει ένα μίγμα. Άνοιξε ένα σεντούκι που είχε καταχωνιασμένο στο σπίτι. Έβγαλε το μενταγιόν που κρατάς εσύ τώρα και κρατώντας το από την αλυσίδα το βούτηξε στο υγρό. Ψιθύρισε λόγια σε ακαταλαβίστικη γλώσσα και του είπε «Κάντο δώρο στην αγαπημένη σου. Πες της ότι όταν θα γυρίσεις με το καλό από τη μάχη θα τη παντρευτείς και με αυτό το μενταγιόν της δίνεις το λόγο σου».
Με μια αβεβαιότητα για όλα αυτά καβάλησε το άλογο του και πήγε να συναντήσει την αγαπημένη του. «Εκλεκτή της καρδιάς μου και μοναδικό μου όνειρο σου προσφέρω το μενταγιόν αυτό ως υπόσχεση ότι όταν θα γυρίσω από τη μάχη θα σε παντρευτώ». «Φοβάμαι πολύ για σένα εκεί που θα είσαι» του είπε. «Όχι δεσποσύνη μου. Μη φοβάσαι. Θα γυρίσω ο κόσμος να χαλάσει. Εμάς ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να μας χωρίσει». Συγκινημένη το φόρεσε στο λαιμό της και προσπάθησε με το φιλί της να του δείξει όλη την απεραντοσύνη της ύπαρξης της. Ευτυχισμένος καβάλησε το άλογό του και σαν τον άνεμο έτρεξε να βρει τους συντρόφους του.
Οι μήνες περνούσαν και η κοπέλα δεν είχε κανένα νέο από τον αγαπημένο της. Τα ίχνη του άφαντα. Όλα ήταν μάταια όμως περίμενε καρτερικά. Χάιδευε την καρδιά και νόμιζε ότι ήταν μαζί της.
Η μοίρα που πάντα αδυσώπητα δίνει τα χτυπήματά της είχε σχεδιάσει άλλη πλοκή για τη ζωή του ζευγαριού. Κάποια μέρα ένας από τους συντρόφους του παλικαριού, της χτύπησε τη πόρτα. Του άνοιξε και λίγα δευτερόλεπτα χρειάστηκε για να καταλάβει ότι η παρουσία του εκεί δεν ήταν για καλό. Δεν πρόλαβε να της πει ότι το παλικάρι έπεσε ηρωικά στη μάχη. Ένα βουητό ένιωσε στο κεφάλι της, όλα γύρω σκοτείνιασαν και λιποθύμησε. Όταν συνήλθε ένα κενό είχε στη μνήμη της. Ο μαντατοφόρος όμως που τη βοήθησε να συνέλθει της μίλησε για την ανδρεία και την γενναιότητα που έδειξε ο καλός της. Έκλαψε πάρα πολύ. Σπάραξε η ψυχή της.
Ζητούσε απεγνωσμένα να τον δει. Δεν μπορεί. Κάπου θα βρίσκεται ο τάφος του. Ήταν η γυναίκα του ψυχή τε και σώματι. «Επιβάλλεται να πάω κοντά του» ούρλιαζε. Τη λυπήθηκε ο άνθρωπος και την πήρε μαζί του. Ντυμένη στα μαύρα ήταν αμίλητη σε όλη τη διαδρομή και τα δάκρυα μούσκευαν τα ρούχα της μέχρι βαθιά μέσα την ψυχή της. Έφτασαν στον τάφο. Του ζήτησε να την αφήσει μόνη. Έκατσε στο χώμα και άφησε τα δάκρυά της να το ποτίσουν. Άρχισε να του μιλάει. Να του λέει τα όνειρα που έκανε για κείνους όλο αυτό τον καιρό που έλειπε. Παραμιλούσε. Μια μικρή λάμψη άρχισε να βγαίνει από την κόκκινη καρδιά που κρεμόταν στο λαιμό της. Όσο παραμιλούσε εκείνη, τόσο δυνάμωνε το φως που έβγαζε η καρδιά. Όλο και πιο έντονο, όλο και πιο εκτυφλωτικό. Μια ακτίνα κόκκινη έφυγε από το κέντρο του μενταγιόν και τρύπησε το χώμα. Ένα χέρι ξεπρόβαλε από τον τάφο και την πήρε μαζί του στο χάος.
«Μόλις ακούσεις το σφύριγμά μου θα ξυπνήσεις. Με το ένα, με το δύο, με το τρία φρρρρρρρ». Ξύπνησε πανικοβλημένη, μούσκεμα στον ιδρώτα και τα δάκρυα. «Τι έγινε;» ρωτούσε τον ψυχολόγο και τον υπνωτιστή που την παρακολουθούσαν έντρομοι. «Θυμάσαι τι είδες;», «Όχι. Νιώθω όμως θλίψη, πανικό, τρόμο. Γιατί είμαι μούσκεμα; Έκλαιγα;». «Ναι καλή μου. Σου έχω ετοιμάσει ένα τσάι να πιεις να ηρεμήσεις. Έχουμε καταγράψει όλα όσα έλεγες και θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει». Της είπαν τα πάντα και η μόνη εξήγηση που μπορούσαν να δώσουν εκείνη τη στιγμή ήταν ότι κάποια σχέση πρέπει να έχει εκείνη με εκείνο το ζευγάρι που η μοίρα τους χώρισε έτσι άδικα και το πνεύμα του νεαρού ίσως πλανιέται ακόμα για να βρει την αγαπημένη του……..
- See more at: http://www.korifogrami.gr/prosopika-keimena/ioannaportokahitaragmenipsixi/#sthash.VtZdLijS.dpuf

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Παρουσίαση του βιβλίου "Η Συμφωνία" του Μάριου Καρακατσάνη στο cafe ΟΑΣΙΣ στο Ζάππειο


Με μεγάλη μου χαρά συμμετείχα στη παρουσίαση του βιβλίου "Η Συμφωνία" του Μάριου Καρακατσάνη. Ευχαριστώ πολύ τις εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ για την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν. Παραθέτω όσα είπα:

"Ο Μάριος Καρακατσάνης μας προκαλεί. Έρχεται ξαφνικά στη ζωή μας με αυτό το βιβλίο και μας συστήνεται κάνοντάς μας την ερώτηση: «Είσαι να κάνουμε μια συμφωνία;». Διάβασα τη περίληψη και δέχτηκα την πρόκληση. Κατάλαβα ότι είναι από το είδος εκείνο που μου αρέσει να διαβάζω. Άνοιξα το βιβλίο και η πρώτη φράση που διάβασα έκρυβε μια αλήθεια «Καμιά φωτιά δεν είναι αρκετά δυνατή ώστε να σε κάνει στάχτη όταν φλέγεσαι μέσα σου ο ίδιος».
Ο Μάριος μας παρουσιάζει τον Μάρτιν και τον αφήνει να μας ξεδιπλώσει τη ψυχή του ή για να είμαι πιο σωστή παρακολουθούμε τον Μάρτιν να μιλάει για όσα έχουν ξεσκίσει τη ψυχή του σε μια γυναίκα. Την μια και μοναδική. Την εκλεκτή. Ξεκινάει λοιπόν λέγοντας:
«Στη ζωή μου δεν υπήρξα ποτέ άδικος, δεν πλήγωσα και δεν χλεύασα ποτέ κανέναν. Αντίθετα, θα έλεγα, εγώ ήμουν πάντα το θύμα και το επίκεντρο του χλευασμού από τους δήθεν εξυπνότερους και δυνατότερους από εμένα. Από όλους αυτούς που ήθελαν να κάνουν τη φιγούρα τους στο σχολείο εις βάρος της δικιάς μου προσωπικότητας. Αλλά έμαθα να ζω μ’ αυτό. Στην αρχή έκλαιγα και χτύπαγα τους τοίχους αγανακτισμένος, αλλά μετά δεν με άγγιζε τίποτα. Κατέβαζα το κεφάλι, έσφιγγα τα λουριά της τσάντας μου κι άνοιγα το βήμα μου προσπερνώντας τους. Βέβαια άκουγα τις κοροϊδίες τους πίσω από την πλάτη μου και καμιά φορά μου πέταγαν και το άδειο τους μπουκαλάκι από νερό στο κεφάλι, αλλά όλα αυτά δεν συγκρίνονταν σε τίποτα με την σκληρή αδιαφορία σου.
Ω!!!! Συγχώρεσέ με, δε θα μπορούσες να ξέρεις. Ήσουν πολύ μικρή τότε, οπότε επέτρεψέ μου να στα τα πω όλα από την αρχή. Το όνομά μου είναι Μάρτιν και αυτή είναι η ιστορία της ζωής μου. Μια ιστορία γεμάτη πόνο, κοροϊδία, αγανάκτηση, αδιαφορία, αλλά και δόξα! Μια δόξα που την πλήρωσα πάρα πολύ ακριβά.
Δεν έφταιγα όμως εγώ για όλα, άλλα όλοι αυτοί που με ανάγκασαν να τα κάνω αυτά και κυρίως εσύ! Ναι εσύ! Αν μου έριχνες έστω και μια ματιά θα ήταν όλα τόσο, μα τόσο διαφορετικά...»

Ο Μάρτιν λοιπόν είχε την ατυχία να είναι ένα από εκείνα τα παιδιά που εισέπρατταν τον χλευασμό, την καζούρα ακόμα και τη σωματική βία από τους συμμαθητές του. Δυστυχώς αυτή η σκληρότητα και ο ρατσισμός σε τόσο τρυφερές ηλικίες υπάρχει ακόμα και σήμερα. Λίγο πολύ όλοι έχουμε κάποιο παράδειγμα από το δικά μας σχολικά χρόνια. Και σαν να μην έφτανε το καθημερινό μαρτύριο που περνούσε στο σχολείο του, έπρεπε να αντιμετωπίσει μια τραγική κατάσταση στο σπίτι του. Αναφέρει:

«Στην αρχή πήγαινα σπίτι μου και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πώς θα αυτοκτονήσω! Πήγαινα τα βράδια στην κουζίνα κι έπιανα ένα μαχαίρι, αλλά δεν είχα το κουράγιο, φοβόμουν τόσο πολύ... Πατέρα δεν είχα, μας είχε εγκαταλείψει εδώ και τέσσερα χρόνια, όταν ήμουν μόνο οχτώ χρονών, για μια νεότερη γυναίκα και η μητέρα μου απογοητευμένη το έριξε στο αλκοόλ που της έγινε μια αρρωστημένη συνήθεια. Δεν είχε χρόνο για εμένα, ούτε και μυαλό πια… Το μόνο που την ένοιαζε ήταν που θα βρει λεφτά για να αγοράσει το επόμενο μπουκάλι ουίσκι».

Και τελικά η μητέρα του βρήκε τρόπο να προμηθεύεται το αλκοολ πουλώντας το κορμί της. Μέχρι τα οχτώ του χρόνια ζούσε ευτυχισμένα αυτός και οι γονείς του. Φανταστείτε όμορφες οικογενειακές στιγμές με τον πατέρα να εργάζεται και μετά στο σπίτι να ασχολείται με το παιδί του και η μητέρα να φροντίζει για όλα. Μετά όμως χάθηκε η ισορροπία που ένιωθε αφού ο πατέρας του τους εγκατέλειψε. Τότε χάθηκε και η αγάπη. Η μόνη πηγή που έπαιρνε αυτό που ζητούσε ήταν η οικογένειά του και αυτή στέρεψε εξαιτίας του πατέρα του. Έτσι γεννήθηκε το μίσος. Μέσα από κάποιους στίχους που έγραψε προς την αγαπημένη του φαίνεται ξεκάθαρα η συναισθηματική του κατάσταση:
«Νιώθω μόνος κι έρημος,
θέλω να πεθάνω αν δεν έχω πεθάνει,
ούτε φίλους, ούτε ζωή,
θέλω να πεθάνω και ξέρεις εσύ το γιατί.
Το σώμα μου πεταμένο στον ουρανό
να το τρώνε τα άστρα και η σελήνη.
Ναι, θέλω να πεθάνω αν δεν έχω ήδη πεθάνει,
η ζωή με καίει, ο θάνατος με γαληνεύει,
έχω βαρεθεί τον κόσμο κι αυτός εμένα,
θέλω να πεθάνω αν δεν έχω ήδη πεθάνει
και θα φταις εσύ.»

            Και κάπως έτσι εξελίχθηκε και η ζωή του. Νιώθοντας ένας απόκληρος, ένα σκουπίδι χωρίς αγάπη και προσοχή από κανέναν. Μόνος. Μετά από άλλο ένα περιστατικό χλευασμού αποφασίζει να κάνει την επιθυμία του, όπως αναφέρει στους στίχους, πραγματικότητα. Και μέσα από μια συμφωνία γίνεται η αλλαγή. Ή δεν γίνεται;

            Ο Μάριος Καρακατσάνης με γλώσσα λιτή, χωρίς πολλά στολίδια και πολλή ανάλυση, καταφέρνει να μας κάνει να βιώσουμε τον πόνο του Μαρτιν. Να νιώσουμε την αδικία, το μίσος, το θυμό. Να ζήσουμε τον αγώνα του για τη ψυχική του ολοκλήρωση αφού μόνο αν βρει την αγάπη που στερήθηκε από παντού θα νιώσει ότι αξίζει να ζει. Τα γεγονότα τρέχουν και δεν αφήνεις το βιβλίο από τα χέρια σου αν δεν δεις ποιο θα είναι το αποτέλεσμα.
            Δεν θα ήθελα να πω τίποτα περισσότερο. Γνωρίστε και εσείς τον Μάρτιν. Είναι μια πονεμένη ψυχή που ψάχνει αγάπη και ανταπόκριση σε όσα έχει να δώσει. Αγαπήστε τον διαβάζοντας την ιστορία του."

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Αχ Θανάση...

Ευχαριστώ πολύ τοβιβλίο.net που δημοσίευσε σήμερα άλλη μια ιστορία μου

τοβιβλίο.net υποδέχεται φιλοξενεί μια ακόμα από τις σύντομες αλλά πολύ ζωντανές και παραστατικές ιστορίες της Ιωάννας Πορτοκάλη. Αυτή τη φορά ο τίτλος τα λέει όλα...

ΑΧ ΘΑΝΑΣΗ…
Μάλιστα…. Και τι κατάλαβες τώρα; Εγώ εδώ ντυμένη στα μαύρα μέσα στον καύσωνα, αγκαλιά με ένα μπουκάλι του ενός λίτρου νερό γεμάτο πάγο (προνόησα για να μην έχουμε και καμιά λιποθυμία λόγω ζέστης). Εσύ εκεί (που εκεί; Δεν ξέρω, αλλά σίγουρα καλύτερα από εδώ θέλω να φαντάζομαι) γαλήνιος, απαλλαγμένος από έννοιες να με χαζεύεις μέσα από αυτή τη φωτογραφία που έλεγες κιόλας ότι είναι η καλύτερη που έχεις βγάλει! Χάλια είναι! Δεν μου αρέσει το πουκάμισο που φορούσες εκείνο το βράδυ στο κέντρο διασκέδασης «τα μαχαιρώματα» που με είχες πάει για να ακούσουμε αυτό το «αηδόνι» (τρομάρα της) τη Σούλα Μπούλα. Όλα φόρα παρτίδα τα είχε για να αποσπά την προσοχή του κόσμου από το λαρύγγι της και να είναι στραμμένη η προσοχή τους στο… λαρύγγι της (Θου Κύριε φυλακήν το στόματί μου). Όλο τέτοια μου ήθελες! Καλή ζωή και όλο ήσουν «Σώπα βρε Μαρικάκι. Η ζωή είναι μικρή και θέλει γλέντια. Αφού τα έχουμε γιατί να κακοπερνούμε;». Από πού τα είχαμε Θανασάκηηηηηη;;;;;; Όλη μέρα εσύ στην οικοδομή να λιώνεις στο λιοπύρι και εγώ από σπίτι σε σπίτι να ράβω για την κάθε κυράτσα συνολάκια. Σκέβρωσαν τα δάχτυλά μου από τις βελόνες. Στραβώθηκα στο μέτρημα των πόντων. Εσύ όμως το βιολί σου. Να γυρνώ κατάκοπη κάθε μέρα και να τρέχω σαν τη τρελή να μαζέψω τον ασυμμάζευτο που είχε το σπιτικό μας αφού ότι και αν έκανα εσύ σε δέκα λεπτά έσπερνες ξανά το χάος. Να έχω αναμμένο το θερμοσίφωνα για να κάνεις μπάνιο μόλις γυρίσεις με πολλή γκρίνια από μένα γιατί αν σε άφηνα κακομοίρη μου έτσι, κάθε Σάββατο θα το θυμόσουνα και αν δεν βαριόσουνα θα έκανες. Από φαγητό; Δεν το συζητώ! Κάθε μέρα και άλλο. Σε άφησα εγώ βρε ποτέ να φας χθεσινό;;;; Ένα «μπράβο ρε γυναίκα» δεν ήξερες να πεις. Κατέβαζες τον άμπακο και μετά έπεφτες και σαν βόδι στο κρεββάτι για τη σιέστα σου. Τότε με θυμόσουν (που και που δηλαδή) και με φώναζες τάχα μου δήθεν να σου τρίψω την πλατούλα. Πονηρέ! Εντάξει, δεν λέω. Τα ήθελα και εγώ. Περάσαμε όμορφα Θανάση μου όμως ε; Και τις βόλτες μας είχαμε, και τις διασκεδάσεις μας, και τις εκδρομές μας, και κάθε Κυριακή το καφεδάκι μας τον απογευματινό στο γαλακτοπωλείο «η Αμάλθεια» με αυτό το κολασμένο γαλακτομπούρεκο. Αχ σαν να το έχω στο στόμα μου. Νιώθω το σιρόπι στα χείλη μου. Κάτσε να πιω μια γουλιά νεράκι και συνεχίζω… 
Και φτάνει εκείνη η ρημάδα η Κυριακή. Και συννεφιασμένη ήταν θυμάμαι και ένα ψυχοπλάκωμα το είχα βλέποντας έτσι τον καιρό και μια κακή διαίσθηση που δεν ήθελα να παραδεχτώ. Ξυπνήσαμε κατά τις 12:00 με ένα κεφάλι χάλια. Την προηγούμενη ήμασταν για πολλοστή φορά στο μπουζουξίδικο «τα μαχαιρώματα» και τώρα ο Johnie Walker πηγαινοερχόταν μέσα στο κεφάλι μας λες και είχε βγει βόλτα στο Ζάππειο! Χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ο Βαγγέλης. Μιλήσατε (δεν πολυκατάλαβα και τι λέγατε λόγω της κατάστασης που βρισκόμουν) και μόλις το κλείσατε μου λες «Μαρικάκι ντύσου! Φύγαμε για Χαλκίδα». «Ποια Χαλκίδα; Που Χαλκίδα;» (είπαμε έτσι όπως ήμουν δεν ήξερα ούτε τι έλεγα). «Πάμε στη γέφυρα για bungee jumbing». «Τι λες Θανάση μου; Γιατί μου μιλάς κινέζικα;». «Σήκω ρε γυναίκα να φύγουμε επιτέλους! Σου εξηγώ στο δρόμο». Σηκώθηκα κακήν κακώς και ντύθηκα. Σε μισή ώρα ήμασταν στην εθνική οδό. Μου είπες ότι πάμε στη γέφυρα να πηδήξουμε. «Που να πηδήξουμε καλέ;;;;;». «Από κάτω. Στο κενό. Θα μας δέσουν με ένα χοντρό ελαστικό σκοινί και θα πηδήξουμε στο κενό. Από κάτω είναι η θάλασσα όμως δεν θα τη φτάσουμε γιατί το σκοινί θα λειτουργήσει σαν ελατήριο και μόλις τεντωθεί θα μας τραβήξει επάνω. Μετά θα αιωρούμαστε. Θα δεις. Θα είναι τέλεια!!!!». Προσπάθησα να σε μεταπείσω. Μάρτυς μου ο Θεός, αλλά εσύ πουουουου;;; Κουβέντα δεν έπαιρνες. Όλο «έλα ρε φοβιτσιάρααααα. Η ζωή είναι ωραία. Θέλει ρίσκο και να τη ζεις στο έπακρο. Κάνε τρέλες. Αυτές θα θυμάσαι όταν γεράσουμε. Πως κάνεις έτσι; Αφού δεμένη θα είσαι. Και στη τελική μη με ζαλίζεις γιατί είπαμε ΘΕΛΩ ΕΓΩ ΚΑΙ ΠΑΜΕ!». Μου έβαλες τις φωνές και με κοίταξες άγρια τόσο που μαζεύτηκα στη θέση μου και δεν τολμούσα ούτε ανάσα να πάρω. Βούρκωνα ξεβούρκωνα και μαύρες σκέψεις με κατέκλυζαν. Ώσπου φτάσαμε (μαύρη η ώρα) και εκεί μας περίμενε το φωστήρας ο Βαγγέλης (όλο λαμπρές ιδέες είναι πανάθεμά τονε). Σε πήρε μαζί του και σε πήγε σε έναν άλλον που ήταν εκπαιδευτής από ότι άκουγα και σου έδιναν οδηγίες για το πώς να πέσεις και τι να κάνεις. Σε δέσανε και ανέβηκες στην άκρη της γέφυρας… Γύρισες και με κοίταξες με αυτά τα μάτια τα παιδικά που από τα δεκαπέντε σου δεν είχαν αλλάξει, μου χαμογέλασες με εκείνο το χαμόγελο που έφερνε λιακάδα στη ψυχή μου και έφυγες… 
Στη κυριολεξία έφυγες! Εκείνη τη στιγμή έχασα και τον κόσμο όλο. Ούρλιαζα και είχαν πέσει όλοι επάνω μου. Μου έλεγαν διάφορα αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν ξέρω ακόμα πως έγινε και βρέθηκα στο κρεββάτι μου, ένιωσα ένα τσίμπημα στο χέρι μου και έσβησαν όλα. Βυθίστηκα σε ένα λυτρωτικό σκοτάδι. Αργότερα οι φίλοι που είχαν τρέξει στο πλευρό μου, στο σπίτι μας μου είπαν ότι φώναζα το όνομά σου συνέχεια και ότι σου έλεγα επίσης ότι το πουκάμισο που τόσο σου άρεσε και το φορούσες και το προηγούμενο βράδυ θα το πετάξω! 
Πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε και εγώ συνεχίζω να έρχομαι και να σου κάνω τα παράπονά μου. Μου λείπεις Θανάση μου. Το σπίτι μας παραμένει βουβό. Γυρνάω στα δωμάτια και μιλάω μόνη. Σε γεννάω στο μυαλό μου, σε στήνω σαν ολόγραμμα μπροστά μου και μουρμουράω, για τα παπούτσια σου που τα παράτησες στο χωλ, το τασάκι που το τίγκαρες στα τσιγάρα και δεν το αδειάζεις, το μπάνιο που για άλλη μια φορά το πλημμύρισες στα νερά και πέταξες και την πετσέτα χάμω, για τον νιπτήρα που έχεις γεμίσει με οδοντόκρεμες και αφρούς ξυρίσματος, για το καπάκι της λεκάνης που ποτέ δεν κατεβάζεις, για τα μεσημέρια που δεν με φωνάζεις να σου τρίψω τη πλατούλα, για τα αμέτρητα Σάββατα που τώρα πια περνούν και δεν με πας στα «μαχαιρώματα»….