Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Ένα ταξί αλλιώτικο απο τα άλλα...

Ένα ταξί αλλιώτικο από τα άλλα


 Taxi

τοβιβλίο.net υποδέχεται την Ιωάννα Πορτοκάλη και τη μικρή μεν αλλά δροσερή της ιστορία 'Ένα ταξί αλλιώτικο από τα άλλα'. Μια ιστορία από εκείνες που όταν καμιά φορά τις βιώνουμε μας κάνουν να αναρωτιόμαστε αν συνέβησαν πραγματικά ή όχι!


Ένα ταξί αλλιώτικο απο τα άλλα

Η χθεσινή μέρα ήταν τόσο καυτή που νόμιζα ότι θα λιώσω σαν παγωτό στα πεζοδρόμια. Οι υποχρεώσεις και τα πρέπει με κυνηγούσαν από το πρωί και εγώ βρισκόμουν στην ένταση και τον πανικό της καθημερινότητάς μου. 37 βαθμοί κελσίου, την πιο άσχημη ώρα της ημέρας για να κυκλοφορήσει κάποιος έξω (ο ήλιος να κάνει κατακόρυφο στη γη) και εγώ να είμαι στους δρόμους για να διεκπεραιώσω όσα έπρεπε να γίνουν. Αναζητούσα στιγμές δροσιάς που τις έβρισκα σε τράπεζες και δημόσιες υπηρεσίες. Κάποια στιγμή κοίταξα το ρολόι και είδα ότι ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα από εμένα. Αποφάσισα λοιπόν για την επόμενη δουλειά μου να πάρω ταξί.
Λαχανιασμένη, ιδρωμένη και απελπισμένη σήκωσα το χέρι μου μόλις διέκρινα από μακριά το κίτρινο χρώμα. Φρενάρει απότομα μπροστά μου με το χαρακτηριστικό στρίγκλισμα που κάνουν τα λάστιχα και ανακουφισμένη ανοίγω τη πόρτα. Ένα κύμα δροσιάς με καλωσορίζει και κάθομαι αναπαυτικά. Δίνω στοιχεία προορισμού και ξαφνικά τι βλέπω; Όλα γύρω είναι ροζ! Το εσωτερικό του ταξί επενδεδυμένο από ροζ βελούδο. Τα καλύμματα των καθισμάτων ήταν από ροζ γούνα. Από την οροφή κρέμονταν μικρές ντισκομπάλες που κουνιόντουσαν από την κίνηση του αμαξιού και λαμπίριζαν από τις ακτίνες του ήλιου που αντανακλούσαν τα καθρεφτάκια τους. Στο ταμπλό ήταν κολλημένο ένα ροζ μπολάκι γεμάτο καραμελίτσες. Κοιτάω τον οδηγό δίπλα μου και παρατηρώ ότι το τιμόνι είναι και αυτό ντυμένο με ροζ ύφασμα καθώς και ο λεβιές ταχυτήτων. Ο οδηγός φοράει μια ροζ μπλούζα με ένα λευκό παντελόνι. «Θέλετε μια καραμελίτσα;» μου λέει και εγώ απλώνω το χέρι  σαστισμένη. «Αχ οι αγαπημένες μου» σκέφτομαι. Η γεύση τριαντάφυλλο πλημμυρίζει το στόμα μου και συνεχίζω να παρατηρώ γύρω μου. «Θα θέλατε κάτι να πιείτε;» μου λέει ξαφνικά ο οδηγός και τον κοιτάζω ερωτηματικά. «Στο ψυγειάκι πίσω έχω νερό και παγωμένο τσάι σε 3 γεύσεις». «Όχι ευχαριστώ πολύ» του απαντώ. Φτάσαμε στον προορισμό μου χωρίς να καταλάβω καν όλη τη διαδρομή. Πλήρωσα, άνοιξα την πόρτα και ο καύσωνας με έκλεισε ξανά στην αγκαλιά του. Έμεινα εκεί, στο πεζοδρόμιο, ακίνητη με τα χέρια ριγμένα κάτω να χαζεύω το ταξί που απομακρυνόταν και να σκέφτομαι. «Όντως το έζησα ή με βάρεσε η ζέστη στο κεφάλι;»

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Καλοκαιρινή Ανάμνηση...

Ευχαριστώ την www.korifogrami.gr για την τιμή που μου έκανε να φιλοξενήσει αυτή την ιστορία που έγραψα...

Η μέρα της ήταν διαφορετική. Όμορφα διαφορετική. Αποφάσισε να πάει πρωί στη θάλασσα και όχι απόγευμα όπως κάθε μέρα. Δροσερά καθαρά νερά. Κόσμος γύρω της κυρίως οικογένειες. Έκανε την πρώτη βουτιά. Αναζωογονητική. Λίγο κρύα στην αρχή έκοψε την ανάσα της. Άφησε το σώμα της στο φαινόμενο της άνωσης και έκλεισε τα μάτια. Ήταν ένα από τα πράγματα που της είχαν λείψει όλο το χειμώνα. Απλό αλλά τόσο σημαντικό. Κινήσεις ποδιών, χεριών και βουτιές. Βγήκε και έκατσε στη πετσέτα της. Αντιηλιακό με άρωμα καρύδας. Λατρεμένο άρωμα, άρωμα καλοκαιριού. Ακόμα και το χειμώνα χρησιμοποιεί γαλάκτωμα σώματος με αυτό το άρωμα. Χάνεται για λίγο στην ιστορία του βιβλίου που διαβάζει αυτές τις μέρες.
Επιστροφή στο σπίτι. Ντους, ελαφρύ φαγητό. Τελικά αποφάσισε να φορέσει ένα φόρεμα μακρύ χρώματος σοκολά που τόνιζε πολύ το μαύρισμά της και να πάρει μαζί της και ένα ζακετάκι. Το φόρεμα είναι στράπλες και θα υπήρχε πρόβλημα. Ένας από τους κανόνες στο μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας ήταν η ευπρεπής ενδυμασία.
Μπήκε στο αυτοκίνητο. Η διαδρομή άγρια όμορφη. Αριστερά της άγονα βουνά και δεξιά της απότομα βράχια. Κύματα να επιτίθενται και να παραδίδονται μοιραία πάνω τους χαρίζοντας ένα θέαμα μοναδικό. Και εμφανίζεται μπροστά της η Χώρα. Οι μύλοι της στη σειρά, ψηλά και από κάτω τα σπίτια της κατάλευκα. Τη καλεί, όμως εκείνη την προσπερνά αφήνοντάς της την υπόσχεση ότι θα γυρίσει σε εκείνη μόλις κάνει αυτό που πρέπει να γίνει. Παίρνει το δρόμο που περνάει κάτω από τη Χώρα και στη διασταύρωση κάνει αριστερά.
Λευκό περιστέρι το μοναστήρι έχει φωλιάσει στα βράχια με το απέραντο γαλάζιο στα πόδια του. Εικόνα της κόβει την ανάσα και νιώθει όλο το μεγαλείο μιας ανώτερης δύναμης. «Ήρθα. Είμαι εδώ. Ανεβαίνω» σκέφτηκε. Η ανάβαση όχι και τόσο εύκολη. Τα σκαλιά πολλά, σχεδόν κατακόρυφα, από πέτρα και χώμα. Η πιο κατάλληλη ώρα γιατί ο ήλιος βρίσκεται στην άλλη πλευρά και το μέρος αυτό έχει σκιά. Λαχανιασμένη φτάνει στο προαύλιο χώρο. Κάθεται σε πεζούλι. Να βρει η ανάσα το ρυθμό της. Φοράει το ζακετάκι και μπαίνει στη Μονή.
Σκαλιά στενά, τόσο πολύ που μόνο ένα άτομο χωράει να ανέβει. Η δεξιά πλευρά είναι ο βράχος. Ανεβαίνοντας, το πρώτο που συναντά αριστερά της είναι τα κελιά. Πάντα κλειστά. Πιο πάνω είναι ο χώρος κάτι σαν προθάλαμος της εκκλησίας. Παίρνει 5 κεριά. Ακόμα 4-5 σκαλιά. Αγαλίαση. Έφτασε εκεί που λαχταρούσε. Στασίδια και στις 2 πλευρές. Αριστερά όμως σε μια εσοχή του βράχου μια ξύλινη θήκη με τζάμι μπροστά. Μέσα της ακουμπισμένη σε λευκό ύφασμα η σμίλη. Μοιάζει με τεράστιο καρφί. Ήταν το σημάδι της Παναγίας όταν βρέθηκε η εικόνα της για το που ήθελε να χτιστεί το σπίτι της. Δεξιά δεσπόζει η αγία εικόνα της. Ντυμένη σε ασήμι και χρυσό. Άναψε τα κεριά και στάθηκε μπροστά της. Δεν ήξερε τι να πει. Πώς να ξεκινήσει. Ένα ευχαριστώ μόνο έλεγε διαρκώς. Δάκρυα και ευχαριστώ. Προσκύνησε και βγήκε έξω. Ένα μικρό μπαλκονάκι. Έκλεισε τα μάτια και πήρε βαθιά ανάσα. Με το κλείσιμο των ματιών και την ανάσα φυλάκισε όλο το χρώμα και τον αέρα του πελάγους. Άφησε τον αέρα να φύγει από μέσα της και έτσι μαγικά έφυγε και το βάρος της ψυχής της.
Με λυτρωμένη ψυχή επιστρέφει στο αυτοκίνητο. Πάλι μπροστά της η Χώρα. Αφήνει το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ. Αέρας δυνατός. Η Χώρα είναι εκτεθειμένη από παντού και ο αέρας τη μαστιγώνει πάντα. Περπατάει στα σοκάκια. Παντού σπίτια και εκκλησάκια. Είναι γνωστό ότι κάθε σπίτι έχει και το δικό του εκκλησάκι. Παντού μπλε, λευκό και έντονα χρώματα από τα άπειρα λουλούδια που στολίζουν τις αυλές και τα μπαλκόνια. Οι βουκαμβίλιες ειδικά…. Να αγκαλιάζουν τους τοίχους και τις καμάρες. Χρώματα παντού. Εντυπωσιακές καμάρες φτιαγμένες από φείδες, πέτρες και λάσπη, μια χαρακτηριστική τεχνοτροπία του τόπου. Εστιατόρια, cafe, μπαράκια όλα με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του παραδοσιακού που παντρεύεται το μοντέρνο. Και κάπου εκεί ένα μεγάλο πλάτωμα. Η «λόζα» της Χώρας ή αλλιώς η πλατεία. Κάθε χωριό έχει τη δική του λόζα, λέξη κληρονομική από την εποχή των Ενετών. Ένας τεράστιος πλάτανος στέκει στη μέση και την προστατεύει. Ένα πανέμορφο παλιό κτίριο το Δημαρχείο. Υπάρχει και ένα καφενεδάκι ιδανικό για καφεδάκι ελληνικό, υποβρύχιο μαστίχα και γλυκά του κουταλιού. Τραπεζάκια σιδερένια σε μπλέ χρώμα (τι άλλο άλλωστε;). Διάλεξε ένα στη σκιά του πλατάνου. Ένας καφές ελληνικός και μια μαστίχα υποβρύχιο ήταν η παρέα της. Παρατηρούσε τον κόσμο. Οικογένειες, ζευγαράκια, πιτσιρικάδες ήταν η ζωή της λόζας εκείνη την ώρα. Άνοιξε το βιβλίο της και μπήκε ξανά στην ιστορία.
Την προσοχή της ξαφνικά τραβάει ένας άντρας. Ψηλός, μελαχροινός, μαλλιά ως τους ώμους. Ο ήλιος και η θάλασσα είχαν κάνει το θαύμα τους πάνω του. Ένα χρώμα στο δέρμα του που της θύμισε τη μεγάλη της αδυναμία. Σοκολάτα. Φοράει τζην, αθλητικά παπούτσια, μωβ κοντομάνικη μπλούζα. Κάθεται στο διπλανό τραπεζάκι και ανοίγει ένα βιβλίο-οδηγό του νησιού. Την κοίταξε, της χαμογέλασε. Τράβηξε το βλέμμα της τρομαγμένη και το έριξε ξανά στο βιβλίο της. Ντράπηκε. Γιατί όμως; Δεν έκανε κάτι κακό. Πάντα όμως το είχε αυτό. Ντροπαλή απέναντι στους άντρες. Της παλιάς σχολής που λένε. Ο άντρας είναι ο κυνηγός και η γυναίκα το θήραμα και τα λοιπά. Διακριτικά, κλεφτές ματιές και εκείνος χαμόγελα. Πολλά χαμόγελα. Παραγγέλνει και εκείνος έναν ελληνικό και συνεχίζει να διαβάζει τον οδηγό.
Τα λεπτά κυλούν και εκείνη είναι σε υπερένταση. Τι έπαθε ξαφνικά; Γιατί την επηρεάζει τόσο η παρουσία του; Εντάξει είναι ωραίος όμως γιατί τόση ταραχή; Νιώθει φωτιά μέσα της να ανεβαίνει και να πυρπολεί τα μάγουλά της. Και μέσα σε αυτόν τον πανικό η φωνή του σπίρτο που προκαλεί πυρκαγιά.
«Συγνώμη να σας ρωτήσω κάτι; Είστε από εδώ;».
Σηκώνει τα μάτια και βλέπει ότι έχει σταθεί μπροστά της, σχεδόν πάνω από το κεφάλι της. Μα δεν κατάλαβε τίποτα; Πότε σηκώθηκε από το τραπέζι του; Πότε την πλησίασε;
«Ναι από εδώ είμαι».
«Τότε είμαι τυχερός. Θέλω να πάω στο μουσείο. Έχω μπερδευτεί με τόσα σοκάκια. Μπορείτε να μου πείτε πως θα πάω; Αλλά πριν μου πείτε αυτό, πείτε πρώτα αν αξίζει να πάω».
Χαμογέλασε και του είπε
«Πάντα αξίζει να επισκεφτεί κάποιος ένα μουσείο. Είναι πολύ ενδιαφέρον να μαθαίνεις για την ιστορία γενικά και ακόμα περισσότερο να μαθαίνεις για το παρελθόν του τόπου που βρίσκεσαι μέσα από τα αντικείμενα που έχουν βρεθεί σε ανασκαφές αλλά και στο βυθό. Το μουσείο μας έχει πολλά ευρήματα προερχόμενα από όλο το νησί και από τη θαλάσσια περιοχή γύρω του».
«Θα σε εμπιστευτώ λοιπόν καλή μου άγνωστη και θα πάω τώρα κιόλας. Βέβαια θα μπορούσα να κατανοήσω περισσότερα στο μουσείο αν είχα μαζί μου και κάποιον που θα μπορούσε να με πληροφορήσει για όσα βλέπω.
Μαγνήτισε με το βλέμμα του το πρόσωπό της και με ένα μαγικό τρόπο της απέσπασε την κρυφή της σκέψη.
«Είχα σκοπό να πάω και εγώ. Έκατσα εδώ για καφεδάκι περιμένοντας να περάσει η ώρα για να ανοίξει το μουσείο».
«Διπλά τυχερός δηλαδή. Και το όνομα της προσωπικής μου ξεναγού;»
«Ιοκάστη».
«Χαίρω πολύ Ιοκάστη. Εγώ είμαι ο Αχιλλέας» και της χάρισε το πιο υπέροχο χαμόγελο που έχει δει.
Χωρίς να χαθεί στιγμή, φωνάζει το σερβιτόρο, πληρώνει το λογαριασμό επιμένοντας να πληρώσει και τον δικό της και δίνοντάς της το μπράτσο του απομακρύνονται.
Καθώς προχωρούσαν η Ιοκάστη παραπάτησε. Το πόδι της γύρισε και έχασε την ισορροπία της. Ο Αχιλλέας αντέδρασε αστραπιαία και την βούτηξε στην αγκαλιά του. Ανασήκωσε το κεφάλι της και συνειδητοποίησε ότι το πρόσωπό της έφτανε στη βάση του λαιμού του. Το άρωμά του τη ζάλισε και σηκώνοντας τα μάτια προς τα πάνω είδε πόσο κοντά είχαν έρθει τα χείλη του στα δικά της. Ο Αχιλλέας με ένα ελαφρύ σκύψιμο του κεφαλιού του προς τα κάτω ακούμπησε τα κατακόκκινα από έξαψη χείλη της και μόλις ένιωσε τη φλόγα τους, έκλεισε τα μάτια και άφησε τη γλώσσα του να παίξει το ρόλο του πυροσβέστη.
Αυτό το φιλί ήταν η αρχή. Μια αρχή για έναν έρωτα από αυτούς τους καλοκαιρινούς που σε τόσα βιβλία έχει διαβάσει αλλά δεν είχε ζήσει. Και να που η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις. Οι μέρες κυλούσαν με αμέτρητες βόλτες, με περιηγήσεις σε όλο το νησί πιασμένοι αγκαλιά, γεμάτες γέλια και λόγια. Νύχτες παθιασμένες. Λόγια γεμάτα υποσχέσεις για μια συνέχεια. Για μια συνέχεια που δεν θα έχει τέλος.
Μέχρι που ήρθε η μέρα εκείνη όπου το καράβι είχε ξεπροβάλλει στο ακρωτήρι και γύριζε τη πλώρη του προς το λιμάνι. Η Ιοκάστη με δάκρυα στα μάτια να έχει κολλήσει επάνω του, να μυρίζει τον λαιμό του και να τον παρακαλάει να μη φύγει και εκείνος να προσπαθεί να την παρηγορήσει και να τη γεμίζει υποσχέσεις ότι θα ξαναγυρίσει σύντομα. Κάτι υποχρεώσεις πρέπει να διεκπεραιώσει και θα γυρίσει κοντά της. Το καράβι έφτασε και στα μεγάφωνα ακούστηκε η φωνή του καπετάνιου «το πλοίο είναι έτοιμο προς αναχώρηση». Πήρε το σάκο του, τη φίλησε απαλά στα χείλη και επιβιβάστηκε. Η Ιοκάστη ανέβηκε στα βράχια ύψωσε το κάτασπρο μαντήλι της και αποχαιρέτησε ένα κομμάτι της ζωής της που θα έμενε για πάντα χαραγμένο στη καρδιά της.
Γιατί ήξερε ότι δεν θα τον έβλεπε ξανά…..