Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Μια βραδιά με πανσέληνο στην Ακρόπολη

Περπατούσε γρήγορα, λαχανιασμένη. Ήθελε να προλάβει να είναι στο ραντεβού της συνεπής. Χτύπησε το κινητό της είδε ότι ήταν η φίλη της. "Σε ένα λεπτό είμαι εκεί" της είπε και το έριξε ξανά στη τσάντα της. Ο πεζόδρομος γεμάτος από πάγκους γεμάτους από ψιλολόγια προς πώληση και οι πραγματευτάδες να διαλαλούν το εμπόρευμά τους. Κόσμος πολύς να περπατάει, να σταματάει και να χαζεύει στους πάγκους και εκείνη να προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους για να φτάσει στη φίλη της. Την είδε από μακριά και σήκωσε το χέρι της για να τη δει και εκείνη.
Έφτασε κοντά της, πιάστηκαν αγκαζέ και προχώρησαν προς τα πάνω. "Έχω να σου πω πολλά" της είπε. "Μην αρχίσεις ακόμα. Θέλω να κάτσουμε, να παραγγείλουμε και μετά ακούω ότι θες". Δεν άντεξαν στον πειρασμό και όπως ήταν φυσικό για εκείνες, σταματούσαν κάθε λίγο και λιγάκι για να δουν κοσμήματα, χειροποίητα, με χάντρες, με πέτρες, με σχοινιά και με ότι άλλο υλικό μπορεί να φανταστεί κανείς που θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε κόσμημα. Ο κόσμος που περνούσε τις έσπρωχνε και εκείνες αγανακτούσαν, γιατί δεν μπορούσαν να κοιτάξουν ήρεμα όλα αυτά που τους τραβούσαν τη προσοχή. Συνέχισαν λοιπόν να προχωρούν.
Έφτασαν στο καφέ και έψαχναν τραπέζι ελεύθερο για να κάτσουν. "Μα γιατί έχει τόσο κόσμο σήμερα;" "Είναι η πανσέληνος καλή μου σήμερα ή αλλιώς "blue moon"". Βρήκαν ένα τραπέζι και έκατσαν. Εκείνη επέλεξε να είναι πρόσωπο στη πανσέληνο. Η εικόνα μαγική. Το φεγγάρι να ακουμπάει απαλά την Ακρόπολη και εκείνη όπως ήταν φωταγωγημένη έμοιαζε με γυναίκα που λάμπει από το άγγιγμα του εραστή της. Ήθελε να την απολαύσει. Ο αγαπημένος της ήταν μακριά. Είχαν μιλήσει πριν στο τηλέφωνο και της είχε πει ότι και εκείνος βλέπει το φεγγάρι. Μελαγχολικό το βλέμμα της και γεμάτη από έρωτα η ψυχή της. Τράβηξε τα μάτια της από τη πανσέληνο και κοίταξε τη φίλη της. Έδωσαν τη παραγγελία τους. "Σε ακούω τώρα". Τα γεγονότα σημαντικά και η συζήτηση γεμάτη ανάλυση. Ο χρόνος κυλούσε χωρίς να τον καταλάβουν. Πάντα έτσι γίνεται όμως σε κάθε έξοδό τους.
Κάποια στιγμή κοίταξε το ρολόι της. "Πω πω φιλενάδα πως πέρασε έτσι η ώρα; Χάσαμε και το τελευταίο δρομολόγιο του Ηλεκτρικού". Πλήρωσαν και έφυγαν κατευθυνόμενες σε πιάτσα ταξί. Ο κόσμος λόγω της περασμένης ώρας είχε αραιώσει και έτσι σταμάτησαν ξανά στους πάγκους και μπόρεσαν να δουν καλύτερα τα διάφορα μπιχλιμπίδια και να αγοράσουν και από ένα ζευγάρι σκουλαρίκια.
Έφτασαν στη πιάτσα των ταξί. Αγκαλιάστηκαν και αποχαιρέτησε η μια την άλλη λέγοντας όπως πάντα την κλασική πια για εκείνες φράση "πάρε με τηλέφωνο μόλις φτάσεις". Έτσι κάνουν πάντα για τσεκάρισμα ότι έφτασε η κάθε μια σπίτι της εντάξει.
Μπήκε στο πρώτο ταξί που ήταν στη σειρά και έδωσε τη διεύθυνσή της. Από το παράθυρο συνέχισε να χαζεύει το φεγγάρι που έλαμπε. Φαντάστηκε τους δρόμους χωρίς φώτα και μόνο η λάμψη του να λούζει τα πάντα γύρω της. Αναστέναξε.....

2 σχόλια: