Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Αχ Θανάση...

Ευχαριστώ πολύ τοβιβλίο.net που δημοσίευσε σήμερα άλλη μια ιστορία μου

τοβιβλίο.net υποδέχεται φιλοξενεί μια ακόμα από τις σύντομες αλλά πολύ ζωντανές και παραστατικές ιστορίες της Ιωάννας Πορτοκάλη. Αυτή τη φορά ο τίτλος τα λέει όλα...

ΑΧ ΘΑΝΑΣΗ…
Μάλιστα…. Και τι κατάλαβες τώρα; Εγώ εδώ ντυμένη στα μαύρα μέσα στον καύσωνα, αγκαλιά με ένα μπουκάλι του ενός λίτρου νερό γεμάτο πάγο (προνόησα για να μην έχουμε και καμιά λιποθυμία λόγω ζέστης). Εσύ εκεί (που εκεί; Δεν ξέρω, αλλά σίγουρα καλύτερα από εδώ θέλω να φαντάζομαι) γαλήνιος, απαλλαγμένος από έννοιες να με χαζεύεις μέσα από αυτή τη φωτογραφία που έλεγες κιόλας ότι είναι η καλύτερη που έχεις βγάλει! Χάλια είναι! Δεν μου αρέσει το πουκάμισο που φορούσες εκείνο το βράδυ στο κέντρο διασκέδασης «τα μαχαιρώματα» που με είχες πάει για να ακούσουμε αυτό το «αηδόνι» (τρομάρα της) τη Σούλα Μπούλα. Όλα φόρα παρτίδα τα είχε για να αποσπά την προσοχή του κόσμου από το λαρύγγι της και να είναι στραμμένη η προσοχή τους στο… λαρύγγι της (Θου Κύριε φυλακήν το στόματί μου). Όλο τέτοια μου ήθελες! Καλή ζωή και όλο ήσουν «Σώπα βρε Μαρικάκι. Η ζωή είναι μικρή και θέλει γλέντια. Αφού τα έχουμε γιατί να κακοπερνούμε;». Από πού τα είχαμε Θανασάκηηηηηη;;;;;; Όλη μέρα εσύ στην οικοδομή να λιώνεις στο λιοπύρι και εγώ από σπίτι σε σπίτι να ράβω για την κάθε κυράτσα συνολάκια. Σκέβρωσαν τα δάχτυλά μου από τις βελόνες. Στραβώθηκα στο μέτρημα των πόντων. Εσύ όμως το βιολί σου. Να γυρνώ κατάκοπη κάθε μέρα και να τρέχω σαν τη τρελή να μαζέψω τον ασυμμάζευτο που είχε το σπιτικό μας αφού ότι και αν έκανα εσύ σε δέκα λεπτά έσπερνες ξανά το χάος. Να έχω αναμμένο το θερμοσίφωνα για να κάνεις μπάνιο μόλις γυρίσεις με πολλή γκρίνια από μένα γιατί αν σε άφηνα κακομοίρη μου έτσι, κάθε Σάββατο θα το θυμόσουνα και αν δεν βαριόσουνα θα έκανες. Από φαγητό; Δεν το συζητώ! Κάθε μέρα και άλλο. Σε άφησα εγώ βρε ποτέ να φας χθεσινό;;;; Ένα «μπράβο ρε γυναίκα» δεν ήξερες να πεις. Κατέβαζες τον άμπακο και μετά έπεφτες και σαν βόδι στο κρεββάτι για τη σιέστα σου. Τότε με θυμόσουν (που και που δηλαδή) και με φώναζες τάχα μου δήθεν να σου τρίψω την πλατούλα. Πονηρέ! Εντάξει, δεν λέω. Τα ήθελα και εγώ. Περάσαμε όμορφα Θανάση μου όμως ε; Και τις βόλτες μας είχαμε, και τις διασκεδάσεις μας, και τις εκδρομές μας, και κάθε Κυριακή το καφεδάκι μας τον απογευματινό στο γαλακτοπωλείο «η Αμάλθεια» με αυτό το κολασμένο γαλακτομπούρεκο. Αχ σαν να το έχω στο στόμα μου. Νιώθω το σιρόπι στα χείλη μου. Κάτσε να πιω μια γουλιά νεράκι και συνεχίζω… 
Και φτάνει εκείνη η ρημάδα η Κυριακή. Και συννεφιασμένη ήταν θυμάμαι και ένα ψυχοπλάκωμα το είχα βλέποντας έτσι τον καιρό και μια κακή διαίσθηση που δεν ήθελα να παραδεχτώ. Ξυπνήσαμε κατά τις 12:00 με ένα κεφάλι χάλια. Την προηγούμενη ήμασταν για πολλοστή φορά στο μπουζουξίδικο «τα μαχαιρώματα» και τώρα ο Johnie Walker πηγαινοερχόταν μέσα στο κεφάλι μας λες και είχε βγει βόλτα στο Ζάππειο! Χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ο Βαγγέλης. Μιλήσατε (δεν πολυκατάλαβα και τι λέγατε λόγω της κατάστασης που βρισκόμουν) και μόλις το κλείσατε μου λες «Μαρικάκι ντύσου! Φύγαμε για Χαλκίδα». «Ποια Χαλκίδα; Που Χαλκίδα;» (είπαμε έτσι όπως ήμουν δεν ήξερα ούτε τι έλεγα). «Πάμε στη γέφυρα για bungee jumbing». «Τι λες Θανάση μου; Γιατί μου μιλάς κινέζικα;». «Σήκω ρε γυναίκα να φύγουμε επιτέλους! Σου εξηγώ στο δρόμο». Σηκώθηκα κακήν κακώς και ντύθηκα. Σε μισή ώρα ήμασταν στην εθνική οδό. Μου είπες ότι πάμε στη γέφυρα να πηδήξουμε. «Που να πηδήξουμε καλέ;;;;;». «Από κάτω. Στο κενό. Θα μας δέσουν με ένα χοντρό ελαστικό σκοινί και θα πηδήξουμε στο κενό. Από κάτω είναι η θάλασσα όμως δεν θα τη φτάσουμε γιατί το σκοινί θα λειτουργήσει σαν ελατήριο και μόλις τεντωθεί θα μας τραβήξει επάνω. Μετά θα αιωρούμαστε. Θα δεις. Θα είναι τέλεια!!!!». Προσπάθησα να σε μεταπείσω. Μάρτυς μου ο Θεός, αλλά εσύ πουουουου;;; Κουβέντα δεν έπαιρνες. Όλο «έλα ρε φοβιτσιάρααααα. Η ζωή είναι ωραία. Θέλει ρίσκο και να τη ζεις στο έπακρο. Κάνε τρέλες. Αυτές θα θυμάσαι όταν γεράσουμε. Πως κάνεις έτσι; Αφού δεμένη θα είσαι. Και στη τελική μη με ζαλίζεις γιατί είπαμε ΘΕΛΩ ΕΓΩ ΚΑΙ ΠΑΜΕ!». Μου έβαλες τις φωνές και με κοίταξες άγρια τόσο που μαζεύτηκα στη θέση μου και δεν τολμούσα ούτε ανάσα να πάρω. Βούρκωνα ξεβούρκωνα και μαύρες σκέψεις με κατέκλυζαν. Ώσπου φτάσαμε (μαύρη η ώρα) και εκεί μας περίμενε το φωστήρας ο Βαγγέλης (όλο λαμπρές ιδέες είναι πανάθεμά τονε). Σε πήρε μαζί του και σε πήγε σε έναν άλλον που ήταν εκπαιδευτής από ότι άκουγα και σου έδιναν οδηγίες για το πώς να πέσεις και τι να κάνεις. Σε δέσανε και ανέβηκες στην άκρη της γέφυρας… Γύρισες και με κοίταξες με αυτά τα μάτια τα παιδικά που από τα δεκαπέντε σου δεν είχαν αλλάξει, μου χαμογέλασες με εκείνο το χαμόγελο που έφερνε λιακάδα στη ψυχή μου και έφυγες… 
Στη κυριολεξία έφυγες! Εκείνη τη στιγμή έχασα και τον κόσμο όλο. Ούρλιαζα και είχαν πέσει όλοι επάνω μου. Μου έλεγαν διάφορα αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν ξέρω ακόμα πως έγινε και βρέθηκα στο κρεββάτι μου, ένιωσα ένα τσίμπημα στο χέρι μου και έσβησαν όλα. Βυθίστηκα σε ένα λυτρωτικό σκοτάδι. Αργότερα οι φίλοι που είχαν τρέξει στο πλευρό μου, στο σπίτι μας μου είπαν ότι φώναζα το όνομά σου συνέχεια και ότι σου έλεγα επίσης ότι το πουκάμισο που τόσο σου άρεσε και το φορούσες και το προηγούμενο βράδυ θα το πετάξω! 
Πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε και εγώ συνεχίζω να έρχομαι και να σου κάνω τα παράπονά μου. Μου λείπεις Θανάση μου. Το σπίτι μας παραμένει βουβό. Γυρνάω στα δωμάτια και μιλάω μόνη. Σε γεννάω στο μυαλό μου, σε στήνω σαν ολόγραμμα μπροστά μου και μουρμουράω, για τα παπούτσια σου που τα παράτησες στο χωλ, το τασάκι που το τίγκαρες στα τσιγάρα και δεν το αδειάζεις, το μπάνιο που για άλλη μια φορά το πλημμύρισες στα νερά και πέταξες και την πετσέτα χάμω, για τον νιπτήρα που έχεις γεμίσει με οδοντόκρεμες και αφρούς ξυρίσματος, για το καπάκι της λεκάνης που ποτέ δεν κατεβάζεις, για τα μεσημέρια που δεν με φωνάζεις να σου τρίψω τη πλατούλα, για τα αμέτρητα Σάββατα που τώρα πια περνούν και δεν με πας στα «μαχαιρώματα»….

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Ζάχαρη και αλάτι...

Ευχαριστώ πολύ τοβιβλιο.net που σήμερα δημοσίευσε την ιστοριούλα μου

τοβιβλίο.net υποδέχεται την Ιωάννα Πορτοκάλη που με τις μικρές αλλά πολύ όμορφες ιστορίες της  βάζει τους αναγνώστες σε σκέψεις! Αυτή τη φορά με το "Ζάχαρη κι αλάτι..." ζωντανεύει με φόντο τη θάλασσα μια ιστορία όχι σπάνια που συνήθως προκαλεί πόνο αλλά ενίοτε και ανακούφιση!

"Ζάχαρη και αλάτι"

- Έλα παιδάκι μου που σου λέω!
- Σιγά καλέ. Θα μου ξηλώσεις το μανίκι!
- Έλα που σου λέω. Μην κοντοστέκεσαι! Του είπε και τον παρέσυρε μαζί της μέσα στο ζαχαροπλαστείο.
- Γεια σας. Δυο κυπελλάκια παγωτό θα θέλαμε. Το ένα να έχει μια μπάλα κρέμα και μια σοκολάτα και το άλλο μια μπάλα φράουλα και μια σοκολάτα.
Γύρισε και τον κοίταξε με ένα χαμόγελο ανυπομονησίας ζωγραφισμένο στα χείλη της. Εκείνος ανέκφραστος κοιτούσε τη βιτρίνα με τα παγωτά. Πήραν τα παγωτά και βγαίνοντας από το μαγαζί του είπε: - Έλα. Πάμε από εδώ.
Περπάτησαν μέχρι τον παραλιακό δρόμο αμίλητοι. Βρήκαν ένα παγκάκι πάνω στην άμμο και έκατσαν. Ο ήλιος κατακόκκινος ετοιμαζόταν για κατάδυση και καθώς ακουμπούσε τη θάλασσα, το χρώμα του διαλυόταν στο νερό.
- Πω πω! Κοίτα ηλιοβασίλεμα! Δεν είναι υπέροχο;
- Ναι…
Χωρίς να δώσει σημασία σε αυτό το «ναι», άρχισε να του λέει όλα τα όνειρα και τα σχέδια που έχει κάνει για την κοινή τους ζωή. Ξεκίνησε λέγοντας για το σπίτι που τους περίμενε να στεγάσουν τη δική τους οικογένεια. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα χαρτί. Είχε σχεδιάσει μια κάτοψη του σπιτιού και είχε σημειώσει όλες τις αλλαγές που εκείνη πίστευε ότι θα το έκαναν πιο λειτουργικό και άνετο.
Εκείνος χωρίς να ρίξει μια ματιά στο σχέδιο της είπε:
- Τελείωνε με το παγωτό σου. Θα λιώσει.
Εκείνη έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
- Αυτό έχεις να πεις μόνο; του είπε.
- Θέλω να χωρίσουμε, είπε και αφού έφαγε και τα τελευταία ίχνη από το παγωτό του, ακούμπησε δίπλα το κυπελλάκι, σηκώθηκε και έφυγε.
Ένα μελτεμάκι φύσηξε ξαφνικά, της πήρε το σχέδιο από τα χέρια και αφού το χόρεψε ψηλά στον ουρανό, το ακούμπησε μαλακά στη θάλασσα. Έμεινε ακίνητη να παρακολουθεί τη πορεία του σχεδίου της στα κύματα. Μόνο το κυπελλάκι με το μισολειωμένο παγωτό απέμεινε να αναμιγνύεται με τα καυτά της δάκρυα. Ζάχαρη και αλάτι…

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η ιστορία ενός ξηρού καρπού

Ευχαριστώ πολύ την korifogrami.gr που δημοσίευσε στις 7/8/2013 την ιστοριούλα μου

"Η ιστορία ενός ξηρού καρπού"

Έχω να σας διηγηθώ μια ιστορία που με σημάδεψε. Μια φορά και έναν καιρό ζούσα σε μια σακούλα με πολλά άλλα είδη ξηρών καρπών. Όλοι μαζί εκεί μέσα ανακατεμένοι περιμέναμε να έρθει η σειρά μας να πάρουμε αέρα. Εκείνο το μοιραίο βράδυ ήρθε και η δική μου σειρά να μπω σε εκείνο το μεγάλο πλαστικό διαφανές δοχείο με την κανουλίτσα στην άκρη. Μια κοπέλα ερχόταν κάθε λίγο και λιγάκι, έβαζε ένα όμορφο πορσελάνινο μπολάκι από κάτω και μόλις άνοιγε την κάνουλα γέμιζε το μπολάκι. Το ακουμπούσε σε ένα δίσκο δίπλα σε ποτήρια γεμάτα ποτά και τα πήγαινε στα τραπέζια που υπήρχαν τριγύρω στο χώρο. Με κάθε γέμισμα του μπολ πλησίαζα όλο και περισσότερο στο στόμιο της κάνουλας. Ώσπου έφτασε και η σειρά μου και ξεχύθηκα και εγώ στο όμορφο μπολάκι. Η κοπέλα πλησίασε ένα τραπέζι όπου καθόντουσαν τρεις φίλες και αφού άφησε μπροστά στη κάθε μια το ποτό της, ακούμπησε και το μπολάκι στη μέση του τραπεζιού. Εκεί είχα την πιο καλή απόσταση στο να ακούω τα πάντα. Και τι δεν έλεγαν! Πολλά σχόλια για τους γύρω τους, για το πώς πέρασαν τη μέρα τους, για τους άντρες τους και γελούσαν. Συνέχεια γελούσαν. Και ανάμεσα σε όλα αυτά τα σχόλια και τα γέλια έπιναν μια γουλιά από το ποτό τους και βούταγαν και ένα ξηρό καρπό από το μπολάκι. Η μια από τις τρεις όμως μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Δεν έπαιρνε όποιον ξηρό καρπό της τύχαινε στο χέρι. Μας ανακάτευε και ξεδιάλεγε ένα συγκεκριμένο είδος για να φάει. Μόλις έβρισκε αυτό που ήθελε και τράβαγε το χέρι της από πάνω μας, έβρισκαν ευκαιρία οι άλλες δυο να πάρουν. Ώσπου κάποια στιγμή, έτσι απλά για αστείο, αυτή η ξεχωριστή που σας λέω, χτύπησε το χέρι της αλληνής απαλά και αστειευόμενη της είπε: «Μη μου τρως τα αγαπημένα μου!». Εκείνη τη στιγμή φεύγει στον αέρα ο ξηρός καρπός που κράταγε η κοπέλα και μπλουμ! πέφτει στο ποτήρι με το νερό που ήταν δίπλα μας. Τραγικό! Οι φίλες ξεκαρδισμένες από τα γέλια να ακούγονται σε όλο το μαγαζί και ο καημένος ο φιλαράκος μας να πνίγεται. Εμείς από το μπολάκι να ζούμε μέσα στην αγωνία για την κατάληξη του φίλου μας και εκείνος να μας κοιτά ανήμπορος μέσα από το νερό. Ευτυχώς που κάποια στιγμή, αυτή η ξεχωριστή που λέμε, έβαλε το χέρι της μέσα στο νερό και τον έβγαλε. Ο φιλαράκος σώθηκε και όλοι εμείς στο μπολ πανηγυρίζαμε. Την αγωνία όμως που περάσαμε όλοι δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ!
Έχω να σας διηγηθώ μια ιστορία που με σημάδεψε.
Μια φορά και έναν καιρό ζούσα σε μια σακούλα με πολλά άλλα είδη ξηρών καρπών. Όλοι μαζί εκεί μέσα ανακατεμένοι περιμέναμε να έρθει η σειρά μας να πάρουμε αέρα. Εκείνο το μοιραίο βράδυ ήρθε και η δική μου σειρά να μπω σε εκείνο το μεγάλο πλαστικό διαφανές δοχείο με την κανουλίτσα στην άκρη. Μια κοπέλα ερχόταν κάθε λίγο και λιγάκι, έβαζε ένα όμορφο πορσελάνινο μπολάκι από κάτω και μόλις άνοιγε την κάνουλα γέμιζε το μπολάκι. Το ακουμπούσε σε ένα δίσκο δίπλα σε ποτήρια γεμάτα ποτά και τα πήγαινε στα τραπέζια που υπήρχαν τριγύρω στο χώρο. Με κάθε γέμισμα του μπολ πλησίαζα όλο και περισσότερο στο στόμιο της κάνουλας. Ώσπου έφτασε και η σειρά μου και ξεχύθηκα και εγώ στο όμορφο μπολάκι. Η κοπέλα πλησίασε ένα τραπέζι όπου καθόντουσαν τρεις φίλες και αφού άφησε μπροστά στη κάθε μια το ποτό της, ακούμπησε και το μπολάκι στη μέση του τραπεζιού.
Εκεί είχα την πιο καλή απόσταση στο να ακούω τα πάντα. Και τι δεν έλεγαν! Πολλά σχόλια για τους γύρω τους, για το πώς πέρασαν τη μέρα τους, για τους άντρες τους και γελούσαν. Συνέχεια γελούσαν. Και ανάμεσα σε όλα αυτά τα σχόλια και τα γέλια έπιναν μια γουλιά από το ποτό τους και βούταγαν και ένα ξηρό καρπό από το μπολάκι.
Η μια από τις τρεις όμως μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Δεν έπαιρνε όποιον ξηρό καρπό της τύχαινε στο χέρι. Μας ανακάτευε και ξεδιάλεγε ένα συγκεκριμένο είδος για να φάει. Μόλις έβρισκε αυτό που ήθελε και τράβαγε το χέρι της από πάνω μας, έβρισκαν ευκαιρία οι άλλες δυο να πάρουν. Ώσπου κάποια στιγμή, έτσι απλά για αστείο, αυτή η ξεχωριστή που σας λέω, χτύπησε το χέρι της αλληνής απαλά και αστειευόμενη της είπε: «Μη μου τρως τα αγαπημένα μου!».
Εκείνη τη στιγμή φεύγει στον αέρα ο ξηρός καρπός που κράταγε η κοπέλα και μπλουμ! πέφτει στο ποτήρι με το νερό που ήταν δίπλα μας.
Τραγικό!
Οι φίλες ξεκαρδισμένες από τα γέλια να ακούγονται σε όλο το μαγαζί και ο καημένος ο φιλαράκος μας να πνίγεται. Εμείς από το μπολάκι να ζούμε μέσα στην αγωνία για την κατάληξη του φίλου μας και εκείνος να μας κοιτά ανήμπορος μέσα από το νερό. Ευτυχώς που κάποια στιγμή, αυτή η ξεχωριστή που λέμε, έβαλε το χέρι της μέσα στο νερό και τον έβγαλε. Ο φιλαράκος σώθηκε και όλοι εμείς στο μπολ πανηγυρίζαμε. Την αγωνία όμως που περάσαμε όλοι δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ!
- See more at: http://www.korifogrami.gr/prosopika-keimena/ioannaportokaliiistoriaenosksiroukarpou/#sthash.vXbaeDRx.dpuf
Έχω να σας διηγηθώ μια ιστορία που με σημάδεψε.
Μια φορά και έναν καιρό ζούσα σε μια σακούλα με πολλά άλλα είδη ξηρών καρπών. Όλοι μαζί εκεί μέσα ανακατεμένοι περιμέναμε να έρθει η σειρά μας να πάρουμε αέρα. Εκείνο το μοιραίο βράδυ ήρθε και η δική μου σειρά να μπω σε εκείνο το μεγάλο πλαστικό διαφανές δοχείο με την κανουλίτσα στην άκρη. Μια κοπέλα ερχόταν κάθε λίγο και λιγάκι, έβαζε ένα όμορφο πορσελάνινο μπολάκι από κάτω και μόλις άνοιγε την κάνουλα γέμιζε το μπολάκι. Το ακουμπούσε σε ένα δίσκο δίπλα σε ποτήρια γεμάτα ποτά και τα πήγαινε στα τραπέζια που υπήρχαν τριγύρω στο χώρο. Με κάθε γέμισμα του μπολ πλησίαζα όλο και περισσότερο στο στόμιο της κάνουλας. Ώσπου έφτασε και η σειρά μου και ξεχύθηκα και εγώ στο όμορφο μπολάκι. Η κοπέλα πλησίασε ένα τραπέζι όπου καθόντουσαν τρεις φίλες και αφού άφησε μπροστά στη κάθε μια το ποτό της, ακούμπησε και το μπολάκι στη μέση του τραπεζιού.
Εκεί είχα την πιο καλή απόσταση στο να ακούω τα πάντα. Και τι δεν έλεγαν! Πολλά σχόλια για τους γύρω τους, για το πώς πέρασαν τη μέρα τους, για τους άντρες τους και γελούσαν. Συνέχεια γελούσαν. Και ανάμεσα σε όλα αυτά τα σχόλια και τα γέλια έπιναν μια γουλιά από το ποτό τους και βούταγαν και ένα ξηρό καρπό από το μπολάκι.
Η μια από τις τρεις όμως μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Δεν έπαιρνε όποιον ξηρό καρπό της τύχαινε στο χέρι. Μας ανακάτευε και ξεδιάλεγε ένα συγκεκριμένο είδος για να φάει. Μόλις έβρισκε αυτό που ήθελε και τράβαγε το χέρι της από πάνω μας, έβρισκαν ευκαιρία οι άλλες δυο να πάρουν. Ώσπου κάποια στιγμή, έτσι απλά για αστείο, αυτή η ξεχωριστή που σας λέω, χτύπησε το χέρι της αλληνής απαλά και αστειευόμενη της είπε: «Μη μου τρως τα αγαπημένα μου!».
Εκείνη τη στιγμή φεύγει στον αέρα ο ξηρός καρπός που κράταγε η κοπέλα και μπλουμ! πέφτει στο ποτήρι με το νερό που ήταν δίπλα μας.
Τραγικό!
Οι φίλες ξεκαρδισμένες από τα γέλια να ακούγονται σε όλο το μαγαζί και ο καημένος ο φιλαράκος μας να πνίγεται. Εμείς από το μπολάκι να ζούμε μέσα στην αγωνία για την κατάληξη του φίλου μας και εκείνος να μας κοιτά ανήμπορος μέσα από το νερό. Ευτυχώς που κάποια στιγμή, αυτή η ξεχωριστή που λέμε, έβαλε το χέρι της μέσα στο νερό και τον έβγαλε. Ο φιλαράκος σώθηκε και όλοι εμείς στο μπολ πανηγυρίζαμε. Την αγωνία όμως που περάσαμε όλοι δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ!
- See more at: http://www.korifogrami.gr/prosopika-keimena/ioannaportokaliiistoriaenosksiroukarpou/#sthash.vXbaeDRx.dpuf
Έχω να σας διηγηθώ μια ιστορία που με σημάδεψε.
Μια φορά και έναν καιρό ζούσα σε μια σακούλα με πολλά άλλα είδη ξηρών καρπών. Όλοι μαζί εκεί μέσα ανακατεμένοι περιμέναμε να έρθει η σειρά μας να πάρουμε αέρα. Εκείνο το μοιραίο βράδυ ήρθε και η δική μου σειρά να μπω σε εκείνο το μεγάλο πλαστικό διαφανές δοχείο με την κανουλίτσα στην άκρη. Μια κοπέλα ερχόταν κάθε λίγο και λιγάκι, έβαζε ένα όμορφο πορσελάνινο μπολάκι από κάτω και μόλις άνοιγε την κάνουλα γέμιζε το μπολάκι. Το ακουμπούσε σε ένα δίσκο δίπλα σε ποτήρια γεμάτα ποτά και τα πήγαινε στα τραπέζια που υπήρχαν τριγύρω στο χώρο. Με κάθε γέμισμα του μπολ πλησίαζα όλο και περισσότερο στο στόμιο της κάνουλας. Ώσπου έφτασε και η σειρά μου και ξεχύθηκα και εγώ στο όμορφο μπολάκι. Η κοπέλα πλησίασε ένα τραπέζι όπου καθόντουσαν τρεις φίλες και αφού άφησε μπροστά στη κάθε μια το ποτό της, ακούμπησε και το μπολάκι στη μέση του τραπεζιού.
Εκεί είχα την πιο καλή απόσταση στο να ακούω τα πάντα. Και τι δεν έλεγαν! Πολλά σχόλια για τους γύρω τους, για το πώς πέρασαν τη μέρα τους, για τους άντρες τους και γελούσαν. Συνέχεια γελούσαν. Και ανάμεσα σε όλα αυτά τα σχόλια και τα γέλια έπιναν μια γουλιά από το ποτό τους και βούταγαν και ένα ξηρό καρπό από το μπολάκι.
Η μια από τις τρεις όμως μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Δεν έπαιρνε όποιον ξηρό καρπό της τύχαινε στο χέρι. Μας ανακάτευε και ξεδιάλεγε ένα συγκεκριμένο είδος για να φάει. Μόλις έβρισκε αυτό που ήθελε και τράβαγε το χέρι της από πάνω μας, έβρισκαν ευκαιρία οι άλλες δυο να πάρουν. Ώσπου κάποια στιγμή, έτσι απλά για αστείο, αυτή η ξεχωριστή που σας λέω, χτύπησε το χέρι της αλληνής απαλά και αστειευόμενη της είπε: «Μη μου τρως τα αγαπημένα μου!».
Εκείνη τη στιγμή φεύγει στον αέρα ο ξηρός καρπός που κράταγε η κοπέλα και μπλουμ! πέφτει στο ποτήρι με το νερό που ήταν δίπλα μας.
Τραγικό!
Οι φίλες ξεκαρδισμένες από τα γέλια να ακούγονται σε όλο το μαγαζί και ο καημένος ο φιλαράκος μας να πνίγεται. Εμείς από το μπολάκι να ζούμε μέσα στην αγωνία για την κατάληξη του φίλου μας και εκείνος να μας κοιτά ανήμπορος μέσα από το νερό. Ευτυχώς που κάποια στιγμή, αυτή η ξεχωριστή που λέμε, έβαλε το χέρι της μέσα στο νερό και τον έβγαλε. Ο φιλαράκος σώθηκε και όλοι εμείς στο μπολ πανηγυρίζαμε. Την αγωνία όμως που περάσαμε όλοι δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ!
- See more at: http://www.korifogrami.gr/prosopika-keimena/ioannaportokaliiistoriaenosksiroukarpou/#sthash.vXbaeDRx.dpuf

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Ένα ταξί αλλιώτικο απο τα άλλα...

Ένα ταξί αλλιώτικο από τα άλλα


 Taxi

τοβιβλίο.net υποδέχεται την Ιωάννα Πορτοκάλη και τη μικρή μεν αλλά δροσερή της ιστορία 'Ένα ταξί αλλιώτικο από τα άλλα'. Μια ιστορία από εκείνες που όταν καμιά φορά τις βιώνουμε μας κάνουν να αναρωτιόμαστε αν συνέβησαν πραγματικά ή όχι!


Ένα ταξί αλλιώτικο απο τα άλλα

Η χθεσινή μέρα ήταν τόσο καυτή που νόμιζα ότι θα λιώσω σαν παγωτό στα πεζοδρόμια. Οι υποχρεώσεις και τα πρέπει με κυνηγούσαν από το πρωί και εγώ βρισκόμουν στην ένταση και τον πανικό της καθημερινότητάς μου. 37 βαθμοί κελσίου, την πιο άσχημη ώρα της ημέρας για να κυκλοφορήσει κάποιος έξω (ο ήλιος να κάνει κατακόρυφο στη γη) και εγώ να είμαι στους δρόμους για να διεκπεραιώσω όσα έπρεπε να γίνουν. Αναζητούσα στιγμές δροσιάς που τις έβρισκα σε τράπεζες και δημόσιες υπηρεσίες. Κάποια στιγμή κοίταξα το ρολόι και είδα ότι ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα από εμένα. Αποφάσισα λοιπόν για την επόμενη δουλειά μου να πάρω ταξί.
Λαχανιασμένη, ιδρωμένη και απελπισμένη σήκωσα το χέρι μου μόλις διέκρινα από μακριά το κίτρινο χρώμα. Φρενάρει απότομα μπροστά μου με το χαρακτηριστικό στρίγκλισμα που κάνουν τα λάστιχα και ανακουφισμένη ανοίγω τη πόρτα. Ένα κύμα δροσιάς με καλωσορίζει και κάθομαι αναπαυτικά. Δίνω στοιχεία προορισμού και ξαφνικά τι βλέπω; Όλα γύρω είναι ροζ! Το εσωτερικό του ταξί επενδεδυμένο από ροζ βελούδο. Τα καλύμματα των καθισμάτων ήταν από ροζ γούνα. Από την οροφή κρέμονταν μικρές ντισκομπάλες που κουνιόντουσαν από την κίνηση του αμαξιού και λαμπίριζαν από τις ακτίνες του ήλιου που αντανακλούσαν τα καθρεφτάκια τους. Στο ταμπλό ήταν κολλημένο ένα ροζ μπολάκι γεμάτο καραμελίτσες. Κοιτάω τον οδηγό δίπλα μου και παρατηρώ ότι το τιμόνι είναι και αυτό ντυμένο με ροζ ύφασμα καθώς και ο λεβιές ταχυτήτων. Ο οδηγός φοράει μια ροζ μπλούζα με ένα λευκό παντελόνι. «Θέλετε μια καραμελίτσα;» μου λέει και εγώ απλώνω το χέρι  σαστισμένη. «Αχ οι αγαπημένες μου» σκέφτομαι. Η γεύση τριαντάφυλλο πλημμυρίζει το στόμα μου και συνεχίζω να παρατηρώ γύρω μου. «Θα θέλατε κάτι να πιείτε;» μου λέει ξαφνικά ο οδηγός και τον κοιτάζω ερωτηματικά. «Στο ψυγειάκι πίσω έχω νερό και παγωμένο τσάι σε 3 γεύσεις». «Όχι ευχαριστώ πολύ» του απαντώ. Φτάσαμε στον προορισμό μου χωρίς να καταλάβω καν όλη τη διαδρομή. Πλήρωσα, άνοιξα την πόρτα και ο καύσωνας με έκλεισε ξανά στην αγκαλιά του. Έμεινα εκεί, στο πεζοδρόμιο, ακίνητη με τα χέρια ριγμένα κάτω να χαζεύω το ταξί που απομακρυνόταν και να σκέφτομαι. «Όντως το έζησα ή με βάρεσε η ζέστη στο κεφάλι;»

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Καλοκαιρινή Ανάμνηση...

Ευχαριστώ την www.korifogrami.gr για την τιμή που μου έκανε να φιλοξενήσει αυτή την ιστορία που έγραψα...

Η μέρα της ήταν διαφορετική. Όμορφα διαφορετική. Αποφάσισε να πάει πρωί στη θάλασσα και όχι απόγευμα όπως κάθε μέρα. Δροσερά καθαρά νερά. Κόσμος γύρω της κυρίως οικογένειες. Έκανε την πρώτη βουτιά. Αναζωογονητική. Λίγο κρύα στην αρχή έκοψε την ανάσα της. Άφησε το σώμα της στο φαινόμενο της άνωσης και έκλεισε τα μάτια. Ήταν ένα από τα πράγματα που της είχαν λείψει όλο το χειμώνα. Απλό αλλά τόσο σημαντικό. Κινήσεις ποδιών, χεριών και βουτιές. Βγήκε και έκατσε στη πετσέτα της. Αντιηλιακό με άρωμα καρύδας. Λατρεμένο άρωμα, άρωμα καλοκαιριού. Ακόμα και το χειμώνα χρησιμοποιεί γαλάκτωμα σώματος με αυτό το άρωμα. Χάνεται για λίγο στην ιστορία του βιβλίου που διαβάζει αυτές τις μέρες.
Επιστροφή στο σπίτι. Ντους, ελαφρύ φαγητό. Τελικά αποφάσισε να φορέσει ένα φόρεμα μακρύ χρώματος σοκολά που τόνιζε πολύ το μαύρισμά της και να πάρει μαζί της και ένα ζακετάκι. Το φόρεμα είναι στράπλες και θα υπήρχε πρόβλημα. Ένας από τους κανόνες στο μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας ήταν η ευπρεπής ενδυμασία.
Μπήκε στο αυτοκίνητο. Η διαδρομή άγρια όμορφη. Αριστερά της άγονα βουνά και δεξιά της απότομα βράχια. Κύματα να επιτίθενται και να παραδίδονται μοιραία πάνω τους χαρίζοντας ένα θέαμα μοναδικό. Και εμφανίζεται μπροστά της η Χώρα. Οι μύλοι της στη σειρά, ψηλά και από κάτω τα σπίτια της κατάλευκα. Τη καλεί, όμως εκείνη την προσπερνά αφήνοντάς της την υπόσχεση ότι θα γυρίσει σε εκείνη μόλις κάνει αυτό που πρέπει να γίνει. Παίρνει το δρόμο που περνάει κάτω από τη Χώρα και στη διασταύρωση κάνει αριστερά.
Λευκό περιστέρι το μοναστήρι έχει φωλιάσει στα βράχια με το απέραντο γαλάζιο στα πόδια του. Εικόνα της κόβει την ανάσα και νιώθει όλο το μεγαλείο μιας ανώτερης δύναμης. «Ήρθα. Είμαι εδώ. Ανεβαίνω» σκέφτηκε. Η ανάβαση όχι και τόσο εύκολη. Τα σκαλιά πολλά, σχεδόν κατακόρυφα, από πέτρα και χώμα. Η πιο κατάλληλη ώρα γιατί ο ήλιος βρίσκεται στην άλλη πλευρά και το μέρος αυτό έχει σκιά. Λαχανιασμένη φτάνει στο προαύλιο χώρο. Κάθεται σε πεζούλι. Να βρει η ανάσα το ρυθμό της. Φοράει το ζακετάκι και μπαίνει στη Μονή.
Σκαλιά στενά, τόσο πολύ που μόνο ένα άτομο χωράει να ανέβει. Η δεξιά πλευρά είναι ο βράχος. Ανεβαίνοντας, το πρώτο που συναντά αριστερά της είναι τα κελιά. Πάντα κλειστά. Πιο πάνω είναι ο χώρος κάτι σαν προθάλαμος της εκκλησίας. Παίρνει 5 κεριά. Ακόμα 4-5 σκαλιά. Αγαλίαση. Έφτασε εκεί που λαχταρούσε. Στασίδια και στις 2 πλευρές. Αριστερά όμως σε μια εσοχή του βράχου μια ξύλινη θήκη με τζάμι μπροστά. Μέσα της ακουμπισμένη σε λευκό ύφασμα η σμίλη. Μοιάζει με τεράστιο καρφί. Ήταν το σημάδι της Παναγίας όταν βρέθηκε η εικόνα της για το που ήθελε να χτιστεί το σπίτι της. Δεξιά δεσπόζει η αγία εικόνα της. Ντυμένη σε ασήμι και χρυσό. Άναψε τα κεριά και στάθηκε μπροστά της. Δεν ήξερε τι να πει. Πώς να ξεκινήσει. Ένα ευχαριστώ μόνο έλεγε διαρκώς. Δάκρυα και ευχαριστώ. Προσκύνησε και βγήκε έξω. Ένα μικρό μπαλκονάκι. Έκλεισε τα μάτια και πήρε βαθιά ανάσα. Με το κλείσιμο των ματιών και την ανάσα φυλάκισε όλο το χρώμα και τον αέρα του πελάγους. Άφησε τον αέρα να φύγει από μέσα της και έτσι μαγικά έφυγε και το βάρος της ψυχής της.
Με λυτρωμένη ψυχή επιστρέφει στο αυτοκίνητο. Πάλι μπροστά της η Χώρα. Αφήνει το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ. Αέρας δυνατός. Η Χώρα είναι εκτεθειμένη από παντού και ο αέρας τη μαστιγώνει πάντα. Περπατάει στα σοκάκια. Παντού σπίτια και εκκλησάκια. Είναι γνωστό ότι κάθε σπίτι έχει και το δικό του εκκλησάκι. Παντού μπλε, λευκό και έντονα χρώματα από τα άπειρα λουλούδια που στολίζουν τις αυλές και τα μπαλκόνια. Οι βουκαμβίλιες ειδικά…. Να αγκαλιάζουν τους τοίχους και τις καμάρες. Χρώματα παντού. Εντυπωσιακές καμάρες φτιαγμένες από φείδες, πέτρες και λάσπη, μια χαρακτηριστική τεχνοτροπία του τόπου. Εστιατόρια, cafe, μπαράκια όλα με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του παραδοσιακού που παντρεύεται το μοντέρνο. Και κάπου εκεί ένα μεγάλο πλάτωμα. Η «λόζα» της Χώρας ή αλλιώς η πλατεία. Κάθε χωριό έχει τη δική του λόζα, λέξη κληρονομική από την εποχή των Ενετών. Ένας τεράστιος πλάτανος στέκει στη μέση και την προστατεύει. Ένα πανέμορφο παλιό κτίριο το Δημαρχείο. Υπάρχει και ένα καφενεδάκι ιδανικό για καφεδάκι ελληνικό, υποβρύχιο μαστίχα και γλυκά του κουταλιού. Τραπεζάκια σιδερένια σε μπλέ χρώμα (τι άλλο άλλωστε;). Διάλεξε ένα στη σκιά του πλατάνου. Ένας καφές ελληνικός και μια μαστίχα υποβρύχιο ήταν η παρέα της. Παρατηρούσε τον κόσμο. Οικογένειες, ζευγαράκια, πιτσιρικάδες ήταν η ζωή της λόζας εκείνη την ώρα. Άνοιξε το βιβλίο της και μπήκε ξανά στην ιστορία.
Την προσοχή της ξαφνικά τραβάει ένας άντρας. Ψηλός, μελαχροινός, μαλλιά ως τους ώμους. Ο ήλιος και η θάλασσα είχαν κάνει το θαύμα τους πάνω του. Ένα χρώμα στο δέρμα του που της θύμισε τη μεγάλη της αδυναμία. Σοκολάτα. Φοράει τζην, αθλητικά παπούτσια, μωβ κοντομάνικη μπλούζα. Κάθεται στο διπλανό τραπεζάκι και ανοίγει ένα βιβλίο-οδηγό του νησιού. Την κοίταξε, της χαμογέλασε. Τράβηξε το βλέμμα της τρομαγμένη και το έριξε ξανά στο βιβλίο της. Ντράπηκε. Γιατί όμως; Δεν έκανε κάτι κακό. Πάντα όμως το είχε αυτό. Ντροπαλή απέναντι στους άντρες. Της παλιάς σχολής που λένε. Ο άντρας είναι ο κυνηγός και η γυναίκα το θήραμα και τα λοιπά. Διακριτικά, κλεφτές ματιές και εκείνος χαμόγελα. Πολλά χαμόγελα. Παραγγέλνει και εκείνος έναν ελληνικό και συνεχίζει να διαβάζει τον οδηγό.
Τα λεπτά κυλούν και εκείνη είναι σε υπερένταση. Τι έπαθε ξαφνικά; Γιατί την επηρεάζει τόσο η παρουσία του; Εντάξει είναι ωραίος όμως γιατί τόση ταραχή; Νιώθει φωτιά μέσα της να ανεβαίνει και να πυρπολεί τα μάγουλά της. Και μέσα σε αυτόν τον πανικό η φωνή του σπίρτο που προκαλεί πυρκαγιά.
«Συγνώμη να σας ρωτήσω κάτι; Είστε από εδώ;».
Σηκώνει τα μάτια και βλέπει ότι έχει σταθεί μπροστά της, σχεδόν πάνω από το κεφάλι της. Μα δεν κατάλαβε τίποτα; Πότε σηκώθηκε από το τραπέζι του; Πότε την πλησίασε;
«Ναι από εδώ είμαι».
«Τότε είμαι τυχερός. Θέλω να πάω στο μουσείο. Έχω μπερδευτεί με τόσα σοκάκια. Μπορείτε να μου πείτε πως θα πάω; Αλλά πριν μου πείτε αυτό, πείτε πρώτα αν αξίζει να πάω».
Χαμογέλασε και του είπε
«Πάντα αξίζει να επισκεφτεί κάποιος ένα μουσείο. Είναι πολύ ενδιαφέρον να μαθαίνεις για την ιστορία γενικά και ακόμα περισσότερο να μαθαίνεις για το παρελθόν του τόπου που βρίσκεσαι μέσα από τα αντικείμενα που έχουν βρεθεί σε ανασκαφές αλλά και στο βυθό. Το μουσείο μας έχει πολλά ευρήματα προερχόμενα από όλο το νησί και από τη θαλάσσια περιοχή γύρω του».
«Θα σε εμπιστευτώ λοιπόν καλή μου άγνωστη και θα πάω τώρα κιόλας. Βέβαια θα μπορούσα να κατανοήσω περισσότερα στο μουσείο αν είχα μαζί μου και κάποιον που θα μπορούσε να με πληροφορήσει για όσα βλέπω.
Μαγνήτισε με το βλέμμα του το πρόσωπό της και με ένα μαγικό τρόπο της απέσπασε την κρυφή της σκέψη.
«Είχα σκοπό να πάω και εγώ. Έκατσα εδώ για καφεδάκι περιμένοντας να περάσει η ώρα για να ανοίξει το μουσείο».
«Διπλά τυχερός δηλαδή. Και το όνομα της προσωπικής μου ξεναγού;»
«Ιοκάστη».
«Χαίρω πολύ Ιοκάστη. Εγώ είμαι ο Αχιλλέας» και της χάρισε το πιο υπέροχο χαμόγελο που έχει δει.
Χωρίς να χαθεί στιγμή, φωνάζει το σερβιτόρο, πληρώνει το λογαριασμό επιμένοντας να πληρώσει και τον δικό της και δίνοντάς της το μπράτσο του απομακρύνονται.
Καθώς προχωρούσαν η Ιοκάστη παραπάτησε. Το πόδι της γύρισε και έχασε την ισορροπία της. Ο Αχιλλέας αντέδρασε αστραπιαία και την βούτηξε στην αγκαλιά του. Ανασήκωσε το κεφάλι της και συνειδητοποίησε ότι το πρόσωπό της έφτανε στη βάση του λαιμού του. Το άρωμά του τη ζάλισε και σηκώνοντας τα μάτια προς τα πάνω είδε πόσο κοντά είχαν έρθει τα χείλη του στα δικά της. Ο Αχιλλέας με ένα ελαφρύ σκύψιμο του κεφαλιού του προς τα κάτω ακούμπησε τα κατακόκκινα από έξαψη χείλη της και μόλις ένιωσε τη φλόγα τους, έκλεισε τα μάτια και άφησε τη γλώσσα του να παίξει το ρόλο του πυροσβέστη.
Αυτό το φιλί ήταν η αρχή. Μια αρχή για έναν έρωτα από αυτούς τους καλοκαιρινούς που σε τόσα βιβλία έχει διαβάσει αλλά δεν είχε ζήσει. Και να που η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις. Οι μέρες κυλούσαν με αμέτρητες βόλτες, με περιηγήσεις σε όλο το νησί πιασμένοι αγκαλιά, γεμάτες γέλια και λόγια. Νύχτες παθιασμένες. Λόγια γεμάτα υποσχέσεις για μια συνέχεια. Για μια συνέχεια που δεν θα έχει τέλος.
Μέχρι που ήρθε η μέρα εκείνη όπου το καράβι είχε ξεπροβάλλει στο ακρωτήρι και γύριζε τη πλώρη του προς το λιμάνι. Η Ιοκάστη με δάκρυα στα μάτια να έχει κολλήσει επάνω του, να μυρίζει τον λαιμό του και να τον παρακαλάει να μη φύγει και εκείνος να προσπαθεί να την παρηγορήσει και να τη γεμίζει υποσχέσεις ότι θα ξαναγυρίσει σύντομα. Κάτι υποχρεώσεις πρέπει να διεκπεραιώσει και θα γυρίσει κοντά της. Το καράβι έφτασε και στα μεγάφωνα ακούστηκε η φωνή του καπετάνιου «το πλοίο είναι έτοιμο προς αναχώρηση». Πήρε το σάκο του, τη φίλησε απαλά στα χείλη και επιβιβάστηκε. Η Ιοκάστη ανέβηκε στα βράχια ύψωσε το κάτασπρο μαντήλι της και αποχαιρέτησε ένα κομμάτι της ζωής της που θα έμενε για πάντα χαραγμένο στη καρδιά της.
Γιατί ήξερε ότι δεν θα τον έβλεπε ξανά…..

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Παρουσίαση του βιβλίου "Τελευταία Φορά" 25/5/2013 στο Holy Wood

Ζήσαμε μια βραδιά αξέχαστη. Ο χώρος που μας φιλοξένησε υπέροχος και το προσωπικό του μαγαζιού άψογο. Είχαμε την χαρά εγώ και η Κατερίνα Σωπύλη να παρουσιάσουμε αυτό το βιβλίο και αυτά είναι όσα είπα για αυτό:

"Θα ήθελα και εγώ να σας ευχαριστήσω που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμά μας και έτσι όλοι μαζί καλοσωρίζουμε τον Κώστα Βελούτσο στη πόλη μας για δεύτερη φορά.
Μετά το πρώτο του βιβλίο «Σεργιάνι στη ζωή» ο Κώστας μας προσφέρει ένα δεύτερο ταξίδι με το βιβλίο του «Τελευταία Φορά» (ιδιωτική έκδοση όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη πρώτη σελίδα του).
Η ιστορία διαδραματίζεται στην Αστυπάλαια, στη Φολέγανδρο και περνάμε και λίγο από Αμερική. Ξεκινάει με το γάμο δυο πολύ νέων ανθρώπων της Άννας και του Αλέξη που γίνεται λίγο βιαστικά λόγω εγκυμοσύνης. Η ηρωίδα, η Μερόπη αγωνιά και προσπαθεί να γίνουν όλα τέλεια και όπως πρέπει για τον γάμο της μονάκριβης Άννα της καθώς τρεις εβδομάδες είχαν απομείνει μέχρι τον γάμο και εφτά μήνες μέχρι να γεννήσει. Η Μερόπη που στέκεται μια ζωή μάνα, πατέρας και φίλη για την κόρη της. Είναι μια γυναίκα με ένα περίεργο ριζικό. Χαρακτηριστικά ο Κώστας αναφέρει ότι δεν στέριωνε με άντρα και ο μόνος της καημός ήταν ένα παιδάκι.
Ο Φάνης από τη Φολέγανδρο, γιατρός στο επάγγελμα είναι ο τρίτος της άντρας που ποτέ δεν τον χώρισε όμως κατάφερε να πετύχει αυτό που πραγματικά ήθελε. Ένα παιδί και να τον απομακρύνει από την ζωή της. Αυτό το πέτυχε ύστερα από ένα τραγικό γεγονός που έκανε τον Φάνη να παρατήσει την ιατρική και να μπαρκάρει στα καράβια και παράλληλα κάποια κρυμμένα μυστικά της οικογένειας του Φάνη που τυχαία έμαθε η Μερόπη. Όσο καιρό εξασκούσε το επάγγελμα του ιατρού ο Φάνης είχαν την ευκαιρία να κάνουν τα ταξιδάκια τους στη Βόρεια Ελλάδα για κάποια σεμινάρια που παρακολουθούσε ο Φάνης και κάπου εκεί η Μερόπη γνωρίζει τη μάγισσα Σοφία.
Ο Κώστας Βελούτσος μας περιγράφει ποια ήταν η ζωή του Αλέξη από τη γέννηση του, ποια η ιστορία των γονιών του τη ζωή του Φάνη την περίοδο που όργωνε τις θάλασσες. Μας συστήνει την Πέννυ, μια γυναίκα μοιραία που παίζει και αυτή καθοριστικό ρόλο στην ιστορία. Μια υιοθεσία, ένας γυρισμός  και ένα βρώμικο παρελθόν.
Ο Κώστας δίνει τόσο πετυχημένες περιγραφές στις τοποθεσίες που νομίζεις ότι είσαι εκεί και διαβαίνεις μαζί με τους ήρωες τους δρόμους και τα σοκάκια. Δίνει πολλά στοιχεία για τον χαρακτήρα του κάθε προσώπου ξεχωριστά και βοηθάει τον αναγνώστη να κατανοήσει για ποιο λόγο μπορεί να αντιδρά ο καθένας τους σε οτιδήποτε του συμβαίνει. Γραφή απλή, κατανοητή και η δράση γρήγορη. Στο βιβλίο αυτό φαίνεται ξεκάθαρα αυτό που όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε. Στη ζωή τίποτα δεν μένει κρυφό και η πορεία που χαράζει ο καθένας στη ζωή του δεν είναι εύκολη πάντα. Ακόμα και αν φαίνεται εύκολη αργά ή γρήγορα θα έρθει η ανταμοιβή για τις επιλογές που έχει κάνει. Αποδίδεται δικαιοσύνη και ο καθένας παίρνει αυτό που του αναλογεί. Όπως αναφέρει ο Κώστας στο οπισθόφυλλο «λένε, πως μόνο μια φορά η ζωή κρατάει μάτια και στόμα ερμητικά κλειστά, μπροστά το «γραφτό» της μοίρας και του πεπρωμένου… και για τελευταία»."

Κώστα σε ευχαριστούμε για αυτό το όμορφο ταξίδι που μας χάρισες, εύχομαι να έχεις υγεία πάνω από όλα και έμπνευση πολλή για να συνεχίσεις να γράφεις.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Ταξίδι προς την ελευθερία

Καθισμένη σε ένα τραπεζάκι μπροστά σε παράθυρο, αγνάντευε. Άκουσε τον βόμβο των μηχανών του καραβιού και κοίταξε χαμηλά προς τη θάλασσα. Κύματα σχηματίστηκαν και λευκές γραμμές από αφρό μουτζούρωσαν το βαθύ μπλέ. Το λιμάνι ξεμάκραινε και η πόλη στο βάθος χανόταν σιγά σιγά από τα μάτια της. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα σαρκώδη χείλη της.
Πήρε τη τσάντα της και βγήκε στο κατάστρωμα. Ανέβηκε τις δυο σκάλες και βρέθηκε στο τελευταίο κατάστρωμα ψηλά εκεί που βρίσκεται η γέφυρα. Πλησίασε στη κουπαστή. Ο αέρας ανακάτευε τα μακριά κατακόκκινα μαλλιά της και με σταγόνες από τη θάλασσα έβρεχε το πρόσωπό της. Ένιωσε την αλμύρα στο δέρμα της και σκέφτηκε ότι η ελευθερία της έχει τη γεύση του αλατιού.
Άνοιξε τη τσάντα της και πήρε το μπορντό, βελούδινο, σε σχήμα καρδιάς κουτάκι. Το άνοιξε και καθώς αντίκρισε τη βέρα, δάκρυσε. Αυτό το χρυσό πραγματάκι ήταν ο χαλκάς της δικής της φυλακής. Κράτησε σφιχτά με το δεξί της χέρι το δαχτυλίδι. Σήκωσε το χέρι ψηλά και κάνοντάς το προς τα πίσω, έδωσε ώθηση με όση δύναμη μπορούσε να βάλει και άνοιξε απότομα τη χούφτα της. Η βέρα διέγραψε τη δική της πορεία στον αέρα και χάθηκε στο πέλαγος...